Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Μανόλης Ξεξάκης, Έπεφτε ψιλή ψιλή σαν άχνη η νύχτα. Ω πατρίδα, χιλιάδες και εκατομμύρια ζήτω!

Ο αστερίας της αναπνοής, ο έρωτας: τώρα δα πάλι ένα όνειρο, χτυπιέται απάνω κάτω ώρα αυγινή η λάμψη της γυναίκας σε σκοτεινό βυσσινί καιρό

[Περνούν αναμνήσεις μπουκαδόροι των ψυχών έξω απ’ τον Αη-Γιάννη τον ξύλινο και είναι χαλκάδες φωνής που ανεβαίνουνε στ’ αλόγατα και λένε στην ειρήνη γεια σου. Στη λευκή γραμμή της χαράς απάνω σε μια λίμνη το πετραχήλι του παπά μετέωρο. Ο κάθε καπετάνιος λέει μια στιγμή, αντίο ζωή θηλή της αβύσσου και πάει και χάνεται στους ασφυκτικούς διαδρόμους του ξύλου. Τα ίδια δαχτυλίδια σπούμε… Ο μαύρος καπνός του βαποριού σκεπάζει τα σύννεφα. Όλο κάτι τα παίρνει βόλτα στο μεγάλο κόσμο και τελικά σε φυλακώνει ο θάνατος. Μπαίνεις άτι στο θολό ποταμό και βγαίνεις πράσινη θλιμμένη Παναγία Έχουνε φρενιάσει οι άνθρωποι, τρώνε και τρέχουνε. Η μοίρα μου είναι η μοίρα ενός που του σπιτώσανε τις ανησυχίες οι άνεμοι…]

Κυνηγημένο νησί (αφήγημα από το βιβλίο του Μανόλη Ξεξάκη «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΠΠΙΚΟΥ, εκδόσεις Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη 1980)
 
Φτάσαμε Σάββατο πρωί απολείτουργα. Είχαμε περάσει ένα βούρκο σιωπής δέκα ώρες μέσα στο τρένο.

Ήπιαμε καφέ στο σταθμό και σταθήκαμε πέντε άτομα να βρούμε μέσο για το στρατόπεδο.

Μας πήρε ένα φορτηγό. Κατεβήκαμε μουδιασμένοι μπροστά σε μια πύλη σαν καρμανιόλα.

Σταθήκαμε στην πόρτα του διοικητή και μας λέγανε φτιαχτείτε, κουμπώσου, να ’στε ζωηροί όταν θα μπείτε να του μιλήσετε.

Περνάγανε οι πυροβολάρχες και μας κοιτάζανε σαν άλογα και μας ρωτούσαν, θέλαν όλοι να πάρουν τους δυο πτυχιούχους στην κομπανία τους για να τους βγάλουν ασπροπρόσωπους μπροστά στον στρατηγό.

Γυρίζει και μου λέει ένας: «Σε παίρνω εγώ, όταν τελειώσετε να πλυθείς και να ’ρθεις στο γραφείο μου»

Τελειώσαμε.
Ξυρίζομαι και πάω φοβισμένα.
«Κάτσε. Καφέ, τσιγάρο, πώς σε λένε;»
Φχαριστώ, ναι, τάδε.

«Λοιπόν, κοίταξε, είσαι σπουδασμένος. Θέλω να περάσουμε καλά μαζί. Γι’ αυτό πρέπει να με βοηθήσεις. Θα ’ρχεσαι δω και θα ζητάς από μένα ό,τι θέλεις. Στο λοχαγό του τρίτου να μην εμπιστεύεσαι. Λοιπόν, όλοι μπορεί να παραστρατήσουνε. Πρέπει να το ξέρω αυτό. Ν’ ακούς τι κουβέντες κάνουνε οι φαντάροι. Θα σου πω ποιους να προσέχεις. Βασικά θέλω να ξέρω τι λένε οι δόκιμοι. Μπορείς να το μάθεις. Και μη φοβάσαι τίποτα. Πρέπει να υπερασπίσουμε τα δίκαια της φυλής και φύγε τώρα να πας να φας».

Με κατάλαβε που δαγκώθηκα. Σηκώθηκα και πήγα σε κάτι δένδρα απόμερα κι έκλαιγα.
Δεν είχε ποτέ τέτοιο πνιγμό η συνείδησή μου.
Πήγα και του χτύπησα πάλι την πόρτα. Και του λέω όχι. Και μου λέει καλά. Και ξύνισε τα μούτρα. Στράφηκα και βγήκα στον περίβολο. Με φυλακίσανε διάφοροι συλλογισμοί.

Έπεφτε ψιλή ψιλή σαν άχνη η νύχτα.

Ο αστερίας της αναπνοής, ο έρωτας

Δειλινό με πνιγμένο το πρόσωπο του ήλιου μέσα στη μεροφωτιά, σε μαβί πελαγόνερο ο καπετάνιος μπαίνει. Τώρα δε πάλι ένα όνειρο.
Αχνίζουν οι τοίχοι μαυράδια σα να φουρνίζουνε παπά. Στο καλοριφέρ απλωμένη μια γυναικεία βράκα. Αστραπές τσακμακίζουνε στον ορίζοντα.

Κανένας πύργος δεν είναι σήμερα στην άψη του μέσα λευκός. Σκοτεινοί μερακλήδες κλαίνε.
Ο κόσμος έχει αιωνίως το δρόμο του από σπηλιές. Δάση τα σίδερα και δάση η ελευθερία.
Χτυπιέται απάνω κάτω ώρα αυγινή η λάμψη της γυναίκας σε σκοτεινό βυσσινί καιρό.
Ο μισός καθρέφτης, ο έρωτας.
 
Αντίο ζωή θηλή της αβύσσου

Ο Καπετάν Σούπερ Πριοβόλος κυλίστηκε στο χώμα και το μάτωσε. Ορθώθηκε στα πόδια του και μάτωσε και τον αέρα και τελικά σωριάστηκε νεκρός κι έπιασε πολλά τετραγωνικά στην όρασή τους
Εφούσκωσε η βασιλόφλεβα του λαιμού του και φοβηθήκανε πως θα σκάσει. Σύρανε το μαχαίρι ένας και τον τρύπησε, να χυθεί το αίμα και να κρυώσει, να μη διαβάζεται πια μέσα σ’ αυτό δύναμη. Κι από το λύθρο σχηματίστηκε ένας ποταμός και σκοτείνιασε το σπίτι.

Ξαπλώσανε στους άσπρους τοίχους ίσκιοι και ξανανίφτηκε το φως στα τσιμπλιασμένα μάτια των κακούργων.
 
Ύστερα μέσα στο χωριατόσπιτο γίνηκε θάλασσα και κυμάτισε η ψυχή του. Οι ληστές τα χάσανε,

Ένας κρέμασε στο ταβάνι μια χειροβομβίδα, καταχτυπήθηκαν οι πόρτες, τρέχοντας ταμπουρωθήκανε σ’ ένα ξερολίθινο σωρό, ακούστηκε ο χτύπος, το σπιτάκι σκόρπισε κι ο νεκρός θάφτηκε κάτω απ’ τα μαδέρια τη σκόνη και το καπνό.
Φτύσανε με μανία τον πεθαμένο.
Πήγανε στ’ άλογα και τα λύσανε.
Κάνανε μια καβαλαρία, ο ένας πίσω απ’ τον άλλο, να μακρυνθούνε πολύ, γιατί φανερωθήκανε κι άλλα σημεία στην ατμόσφαιρα.

[Αφηγήματα από το βιβλίο του ΜΑΝΟΛΗ ΞΕΞΑΚΗ «Ο Θάνατος του Ιππικού», που γράφτηκε ανάμεσα στα 1970 και 1074 και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μπαρμπουνάκη του 1977 με εικονογράφηση του Α. Φασιανού… «Πίνω τη φρίκη του κρεμασμένου και την ξερνώ. Μας σέρνουν απ’ το αυτί τετράγωνοι μοχθηροί άνδρες. Και δεν αφήνουν τους νέους και να πιτσιλάνε τα ρούχα της φωτιάς ανθόνερο. Κι αυτοί χάνονται και οι ληστές και ο Πριοβόλος ο νεκρός και τα σύμπαντα. Λάσπη! Ω βουτηγμένα στο γάλα βουνά! Ω πατρίδα! Χιλιάδες και εκατομμύρια ζήτω!]

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

GUNTER GRASS, Μαυροφορεί η Αντιγόνη σ’ όλη τη χώρα που ο λαός της πενθηφορεί


Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ: Ολόγυμνη σαν οφειλέτης διαπομπεύεται η χώρα εκείνη που έλεγες πως της χρωστάς ευγνωμοσύνη


Είσαι πολύ κοντά στο χάος, γιατί δεν συμμορφώθηκες πλήρως στην αγορά
κι απομακρύνεσαι απ' τη χώρα, που ήτανε κάποτε λίκνο για σένα.

Ο,τι με την ψυχή ζητούσες και νόμιζες πως είχες βρει
τώρα σαν κάτι περιττό αποβάλλεις και το πετάς μες στα σκουπίδια.

Ολόγυμνη σαν οφειλέτης διαπομπεύεται, υποφέρει η χώρα εκείνη
που έλεγες πως της χρωστάς ευγνωμοσύνη.

Στη φτώχεια καταδικασμένος τόπος, τόπος που ο πλούτος του
τώρα στολίζει τα μουσεία: λάφυρα που έχεις τη φροντίδα Εσύ.

Κείνοι που χίμηξαν με την ορμή των όπλων στη χώρα την ευλογημένη με νησιά
στολή φορούσαν και κρατούσαν τον Χέλντερλιν μες στο γυλιό τους.

Καμιά ανοχή πλέον δεν δείχνεις στη χώρα που οι συνταγματάρχες
υπήρξαν σύμμαχοι ανεκτικοί.

Χώρα που ζει δίχως το δίκιο, μα με εξουσία που επιμένει πως έχοντας αυτή το δίκιο
ολοένα σφίγγει κι άλλο το ζωνάρι.

Σε πείσμα σου η Αντιγόνη μαυροφορεί - σ' όλη τη χώρα
πενθοφορεί και ο λαός της που κάποτε σ' είχε φιλοξενήσει.

Μα οι ακόλουθοι του Κροίσου έχουν στοιβάξει έξω απ' τη χώρα,
στα θησαυροφυλάκιά σου, ό,τι σαν μάλαμα αστράφτει.

Πιες, επιτέλους, πιες, κραυγάζουν επίτροποι σαν μαζορέττες
μα ο Σωκράτης σού επιστρέφει γεμάτο πίσω το ποτήρι.

Σύσσωμοι, ό,τι σου ανήκει, βαριά θα ρίξουν την κατάρα
θεοί, αφού η θέλησή σου ζητά ξεπούλημα του Ολύμπου.

Χωρίς του πνεύματος τροφή, τότε κι εσύ θα καταρρεύσεις
δίχως τη χώρα που ο νους της, Ευρώπη, εσένα έχει πλάσει.

[Γκίντερ Γρας: Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ, Ποίημα σε μετάφραση του ποιητή Γιάννη Ευθυμιάδη και της μεταφράστριας Σοφίας Γεωργαλλίδη, μόλις μερικές ώρες μετά τη δημοσίευσή του στη γερμανική εφημερίδα Sueddeutsche Zeitung  - φύλλο της Παρασκευής 25 Μαΐου 2012 – αναρτήθηκε στο http://www.poema.gr/   Ο Γκύντερ Γκρας είναι ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Γερμανούς συγγραφείς ο οποίος βραβεύτηκε το 1999 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Εκτός από τα μυθιστορήματα με τα οποία έγινε γνωστός σε ολόκληρο τον κόσμο,έγραψε θεατρικά έργα και ασχολήθηκε με την ποίηση. Συγχρόνως είχε έντονη ανάμειξη στην πολιτική ζωή της Γερμανίας]

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Ευτυχία Παναγιώτου, Με λένε Μαύρη Μωραλίνα κι όμως αυτή δεν είμαι εγώ


  Σ’ έναν κάδο η καρδιά μου καίει τα ρούχα της
για να σώσει η φωτιά της απ’ τα δακρυγόνα
σηκώνω το δεξί, λέω χάιλ στήθος.
  κλείνω τα μάτια, λέω χάιλ στόχος.
με τ’ αριστερό στην κοιλιά, λέω χάιλ σημαία.
και πυροβολούν αλύπητα.
 κανείς δεν με βρίσκει.
 εστιάζουν σε ό,τι λέγεται
—κακόφημη ανυπαρξία, αναίτιο κενό, μπλα μπλα—
και στήνουν στον τοίχο τις λεπτομέρειες.
εγώ όμως ζω
— χορεύω χάος
με λένε Μωραλίνα, κι όμως αυτή δεν είμ’ εγώ.
σ’ έναν κάδο η καρδιά μου καίει τα ρούχα της.
για να σώσει η φωτιά της απ’ τα δακρυγόνα
ό,τι αξίζει.
κάπως έτσι αναπνέω.
πώς να το πω απλά;
μέσα στον κόσμο χάνεις
μόνο νύχτες.




ανθρωπογραφία της Francesca Woodman, Αμερικανίδας
φωτογράφου που αυτοχειριάστηκε στα 22 της, θέτοντας
τέλος στο ταλέντο της
μια λάμψη κάτω απ’ τα σεντόνια.
χέρι φωτογραφίζει άλλο χέρι που κάποτε έγραφε.
ό,τι είναι αδύνατο να ειπωθεί αληθινά
τρυπιέται απ’ το μυαλό.
ίσως κάτι συνταρακτικό
όσο μια ρωγμή, όσο η ανάσα
— εγκάθετη
μελωδία σε σύστημα τυφλό.
χέρι μέσα σε χέρια
κι ένα κλικ
επώδυνο,
μουσική οργάνων· τρυπά το στομάχι.
εμετός στην κλίνη, βυθισμένη σε ώρα ησυχίας.
θα τη μαλώσει πάλι η νοσοκόμα, μα κρούει το κουδουνάκι·
νοσταλγεί κάποιον που να ’ρχεται.
ό,τι συνέβηκε ήτανε λέξεις
μια εξοχή του μυαλού της σε καλώδιο.
αργοκινεί τον σπασμένο της γοφό,
έναν τρυποκάρυδο πιστό,
παρόντα στην τελετή, που ’ναι γιορτή,
λευκό φοράει βικτοριανό φόρεμα.
(ο πατέρας χορεύει μπρος στο παράθυρο.
ο αδελφός υποβολέας του ρυθμού.
βήμα δεν χάνεται, η μητέρα τραγουδά,
κι όλα είναι τόσο χαρμόσυνα),
τόσο χαρμόσυνα δίχως εμένα
αυτό που δεν μπορώ να δω
το λένε χαρά
(βασανιστικά βήματα και φάλτσες φωνές
γύρω από ’να ακουστικό, και κλάματα)
μια λέξη μου —π’ αγωνιά— κι όλα πάλι συσκοτίζονται.
η κόρη μας εθισμένη στα χρώματα
κάτι αδύνατο να ειπωθεί
ειλικρινά
ανθρώπινο εντελώς.


Τα παραπάνω ποιήματα της Ευτυχίας Παναγιώτου είναι από τη δεύτερη ποιητική συλλογή της Μαύρη Μωραλίνα, η οποία κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κέδρος. Η Ευτυχία Παναγιώτου γράφει για τον εαυτό της: "Γεννήθηκα στη Λευκωσία, τον Απρίλιο του 1980. Σπούδασα Φιλοσοφία στην Αθήνα και Νεοελληνικά στο Λονδίνο, στην ουσία σπουδάζω ακόμα ανάγνωση και γραφή. Ρισκάρω και ζω στην Αθήνα ασχολούμενη με την επιμέλεια εκδόσεων, τη μετάφραση και τις βιβλιο-αναγνώσεις. Μάλλον γιατί οι λέξεις έχουν κάτι που δεν έχει η ζωή (γνωστό είναι πως η ζωή χωράει πολλά που δεν χωράνε οι λέξεις). Κάποια στιγμή, χρειάστηκε να δημιουργήσω, με ό,τι λέξεις και ό,τι ζωή είχα μέσα μου, το βιβλίο μέγας κηπουρός. Στην πορεία ανακάλυψα κάτι σαν alter ego, την Anne Sexton. Έπειτα εφηύρα και γνώρισα τη Μαύρη Μωραλίνα, που έγινε το δεύτερο βιβλίο μου. Νομίζω πως η ποίηση είναι ο λόγος που χαμογελώ πολύ." Δείτε τη σελίδα για την Ευτυχία Παναγιώτου στη βιβλιοnet. Επισκεφτείτε το blog της Ευτυχίας Παναγιώτου, όπου μπορείτε να διαβάσετε και κριτικές για το έργο της

[ΠΗΓΗ: Ιστοσελίδα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 21 - http://logotexnia21.blogspot.com/ ]

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Γιώργος Σεφέρης, Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη


ΕΛΕΝΗ

ΤΕΥΚΡΟΣ ... ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ' εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.
..............................................................
ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ' , αλλ' είδωλον ήν.
.............................................................
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τι φής;
Νεφέλης άρ' άλλως είχομεν πόνους πέρι;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ,ΕΛΕΝΗ

Κι ο Πάρης, μ' έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα με το βαθύ στηθόδεσμα, τον ήλιο στα μαλλιά κι αυτό το ανάστημα…

«Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες'».
Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,
σύ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.
Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες. δε θα τολμούσα να πω φιλήματα.
και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.

«Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες».
Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες των ανθρώπων
ή των θεών.
η μοίρα μου που κυματίζει
ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα
και μιαν άλλη Σαλαμίνα
μ' έφερε εδώ σ' αυτό το γυρογιάλι.
Το φεγγάρι
βγήκε απ' το πέλαγο σαν Αφροδίτη.
σκέπασε τ' άστρα του Τοξότη, τώρα πάει να 'βρει
την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ' αλλάζει.
Πού είναι η αλήθεια;
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης.
το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.
Αηδόνι ποιητάρη,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ' ακροθαλάσσι του Πρωτέα
σ' άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσό τους-ποιος θα το 'λεγε-η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου. την άγγιξα, μου μίλησε:
«Δεν είν' αλήθεια, δεν είν' αλήθεια» φώναζε.
«Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία».

Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό
το ανάστημα
ίσκιοι και χαμόγελα παντού
στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα.
ζωντανό δέρμα, και τα μάτια
με τα μεγάλα βλέφαρα,
ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα.

Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία-ένα είδωλο.
Έτσι το θέλαν οι θεοί.

Κι ο Πάρης, μ' έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα

ατόφιο.
κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια .
Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης.
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου

για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου;
Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,
τ' είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ' ανάμεσό τους;

«Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες».
Δακρυσμένο πουλί,
στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,

άραξα μοναχός μ' αυτό το παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι Δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών.
αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το 'χει μες στη μοίρα του ν' ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο

για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Άννα Αφεντουλίδου, Παραμύθια σκαρώνω καρφώνοντας μισά σκουλαρίκια στα μάτια

Της άρεσαν τα παραμύθια και οι συλλογές με πεταλούδες που έκρυβαν βαθιά απαγορευμένα μυστικά


Συλλέκτρια 1
 
Καμένα φτερά πεταλούδας
γραμμή στην άκρη
πυγολαμπίδας λιωμένης
 
Παραμύθια σκαρώνω
καρφώνοντας
μισά σκουλαρίκια στα μάτια


Θα καπνίσω το βράδυ
κοιτάζοντας
τα κομμένα τους μέλη στον τοίχο
 
 
Συλλέκτρια 2
 
Κάποτε ήταν πριγκίπισσα. Τώρα της άρεσαν τα παραμύθια και οι συλλογές.
Ακουμπούσε τις πεταλούδες, ενώ πετάριζαν ακόμα, στο τραπέζι και πλησίαζε την φωτιά στα φτερά τους. Τινάσσονταν για μια φορά ακόμα. Μετά. Έβγαζε το καπάκι από το βάζο και το γύριζε ανάποδα. Παραζαλισμένες τις πυγολαμπίδες, τις έπιανε με τα δάχτυλα και τις έσερνε με δύναμη πάνω στον τοίχο. Σαν κιμωλίες που αφήνουν πίσω τους φωσφορίζουσες γραμμές.
 
Τα παραμύθια που τής άρεσε να σκαρώνει ήταν από εκείνα που δεν λέγονταν. Τα σεντούκια τους έκρυβαν βαθιά απαγορευμένα μυστικά. Αν τα έβγαζες έξω σε έτρωγαν. Π.χ. ένας όμορφος άντρας έσερνε τα πρησμένα του πόδια μουρμουρίζοντας: «θα κοιμηθώ πρώτα την κόρη της, μετά τον γιο της και στο τέλος θα μπήξω τις περόνες στα δικά της μάτια, να θέλει και να μη μπορεί να κρεμαστεί»
 
Χάρη στα παραμύθια και στις συλλογές της, την πλησίαζαν πολλοί περίεργοι. Αφού τους βασάνιζε, με όλους τους άγριους τρόπους που ήξερε από την πριγκιπική της θητεία, τους διαμέλιζε και τους έκρυβε στα σεντούκια. Μόνο κάποια αθώα μέλη τους άφηνε σε κοινή θέα στον τοίχο μαζί με τα έντομα: μια τούφα μαλλιά, ένα βλέφαρο, ένα νύχι. Μετά. Καθόταν ημίγυμνη στον καναπέ και κάπνιζε κοιτάζοντας τα όλα ήσυχη. Όποιον καταλάβαινε τι σήμαινε μια τούφα μαλλιά, ένα βλέφαρο, ένα νύχι, θα τον παντρευόταν και θα του χάριζε το παλιό της βασίλειο. Το είχε αποφασίσει.

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Μπαίνεις στις ίδιες λέξεις, όπως μπαίνουν τόσες χιλιάδες άνθρωποι μέσα στην ίδια θάλασσα

Μα το κορίτσι, το κορίτσι πάγωσε εκεί ένα του βλέμμα χαρισμένο στον αιώνα, όπως αγόρι έμαθε καλά τον έρωτα μέσα από εκατομμύρια Pixels



27  ποιήματα 27 στίχοι στο καθένα 27 συλλαβές ο κάθε στίχος Όταν είχα ολοκληρώσει τα "ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΠΡΙΓΚΙΠΑ" και ενώ είχαν πάρει πια τον δρόμο για την έκδοσή τους, ήθελα να γράψω κάτι για όσα συνέβαιναν γύρω και έξω από μένα, για όσα συνέβαιναν στον κόσμο μέσα στον οποίο γεννήθηκα, στον κόσμο μέσα στον οποίο έμαθα να ζω.  Κι επειδή τα "ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΠΡΙΓΚΙΠΑ" ήταν -είναι- ένα βιβλίο απόλυτα προσωπικό, σχεδόν αυτοβιογραφικό, έντονα συναισθηματικό, σχεδόν...λυρικό και έρρυθμο, σχεδόν μουσικό, αποφάσισα να βρεθώ στην άλλη όχθη του ποταμού και να δοκιμάσω και από εκεί τις ανεξάντλητες δυνάμεις της Ποίησης... Έψαχνα να βρω ένα σύμβολο μέσα από το οποίο να μιλήσω για όλα όσα άφησε ο αιώνας που έφυγε και για όλα αυτά που έφερε ο αιώνας που μας βρήκε. Τότε γεννήθηκε μέσα στο μυαλό μου η ιδέα του "27"... 27 ποιήματα που θα μιλούν για τον κόσμο! Tον κόσμο γύρω μας κι εντός μας. Τον κόσμο μέσα στον οποίο μεγάλωσα κι είδα να πέφτει, ολοένα να πέφτει...


Μετέωρα βράχια που ξερνάνε όρθια πτώματα πριν απ’ την πτώση, πάνω λιγοστό γαλάζιο
Να μου θυμίζει ανάταση για να συμπληρωθεί, όσο πιο απλά, πικρό το σχήμα ειρωνείας
Και κάτω πλήθη να κραυγάζουν αδιάφορα τρώγοντας ό,τι απέμεινε από τους μάγους
Μα το κορίτσι, το κορίτσι πάγωσε εκεί ένα του βλέμμα χαρισμένο στον αιώνα
Μία στιγμή, αυτή που πέφτω, επιβεβαίωση μικρού βαράθρου ανοιγμένου σαν αστείο
Μέχρι πριν λίγο ήταν τα χέρια μου προέκταση ηλεκτροφόρου πυρετού απ’ την οθόνη
Όπως αγόρι έμαθε καλά τον έρωτα μέσα από εκατομμύρια κρυμμένα pixels
Μακάβριο θέαμα, διαρκεί κανιβαλίζοντας όσο θα επιτρέψει η ροή προγράμματος
Να παραβιαστεί απρόβλεπτα το σχέδιο, αυτό που θα ’ναι πια για πάντα τ’ όνειρό σου

Τώρα που διαβάζεις εγώ ίσως δεν υπάρχω, αιώνες μετά ή μερικές μόνο στιγμές
Γιατί η σκέψη μου, στιγμιαία σύλληψη, μπορεί να σχηματίσει τόπο και διάρκεια
Εσύ διαβάζοντας όσα γράφω ιχνηλατείς ξανά πάνω στον δικό μου μετεωρισμό
Μπαίνεις στις ίδιες λέξεις, όπως μπαίνουν τόσες χιλιάδες άνθρωποι μέσα στην ίδια θάλασσα
Κι όπως όταν κολυμπάς στην Κρήτη το νερό ενώνει μ’ αυτόν που κολυμπάει στη Μαγιόρκα
Έτσι κι η σκέψη, έτσι κι η ποίηση, ενώνουν – πάντα ίδια είναι τα νερά, πάντα αλλιώτικα
Ενώ την ίδια στιγμή η άμμος εξακολουθεί να σε μαστιγώνει, καθώς οι σκέψεις σου,
Σιγά-σιγά σε θάβει κάτω από έναν αμμόλοφο χωρίς άλλο σημάδι πάνω του
Παρεκτός από τα ίχνη όσων άλλων ήρθαν να ανασκάψουν τη χαμένη σου ύπαρξη


[27 ποιήματα, 27 ποιήματα των 27 στίχων το καθένα.
Κάθε στίχος φτιαγμένος από 27 συλλαβές… Μια σφιχτοδεμένη δομή για να μπορέσει να τιθασευτεί το συναίσθημα, να οργανωθεί η σκέψη σε ένα όριο… Το "27 ή ο άνθρωπος που πέφτει" είναι ένα ποιητικό, γι' αυτό βαθιά πολιτικό σχόλιο πάνω στην πτώση και την έκπτωση ενός κόσμου που ζήσαμε, που αγαπήσαμε, που υπερτιμήσαμε...Είναι η πτώση από το ύψος του πολιτισμού της αλαζονείας και η τραγική, γιατί αιφνίδια, συνειδητοποίηση της πραγματικότητας: το αληθινό ύψος είναι πάντα και μόνο μέσα μας... Τα 27 ποιήματα που συναπαρτίζουν τη σύνθεση αυτή "αφηγούνται" την περιπέτεια που όλοι ζήσαμε και ζούμε στο τέλος του προηγούμενου αιώνα, στον ερχομό του αιώνα που ξεκίνησε. Πίσω όμως από την πτώση, πίσω απ' τη φρίκη και την απόγνωση το έργο διαπνέεται από την αισιοδοξία και την ελπίδα της αγάπης, από το φως μιας καινούργιας πάντοτε διάφανης μέρας, από την επιστροφή του Εγώ στο Εγώ... Σύμβολο για να μιλήσω για την αλαζονεία και την πτώση του 20ου αι. υπήρξε ένας άνθρωπος που πέφτει από τους δίδυμους πύργους στις 11-9-2001, θύτης και θύμα μιας εποχής… Όσα πρόλαβε (μέσα σε μια ποιητική αίσθηση του χρόνου) να σκεφτεί, να θυμηθεί ή να αισθανθεί ενώ πέφτει, ενώ κοιτάζει τον κόσμο που ανάστησε, τον ίδιο κόσμο από τον οποίο τόσο βάναυσα εκδιώθηκε

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Τάσος Λειβαδίτης, Όλα κρατούσαν λίγο σαν την αθωότητα, τα μαλλιά σου μύριζαν αιωνιότητα…

Συχνά ερχόταν μια γυναίκα στην κάμαρά μου, ύστερα γράφαμε σ’ ένα χαρτί το όνομά μας και το πετούσαμε απ’ το παράθυρο στο δρόμο! Και μόνον αυτός που έκανε τη νύχτα πολλές φορές τον ίδιο δρόμο μόνον αυτός έμαθε πως δεν υπήρξε ποτέ δρόμος

[Ξημέρωνε, άλλωστε – ώρα που η λάμπα φωτίζει ανυπόφορα σαν μια γελοία παρέμβαση ή σαν τη γλύκα της δυστυχίας που είναι παραπάνω από μια ζωή… Ακόμα και η ζωή μου αποχτά σημασία όταν τη διηγούμαι σε κάποιον. Ιδού…]

Οι σάλπιγγες της αποκαλύψεως: ίσως ήταν η ώρα που περνούσε η φήμη

Κάποτε θα καταστρέψω όλα αυτά τα χειρόγραφα που άφησε πάνω στο τραπέζι μου ο διάβολος και που τα οικειοποιήθηκα χωρίς ντροπή – και μόνον αυτός που έκανε τη νύχτα πολλές φορές τον ίδιο δρόμο, μόνον αυτός έμαθε πως δεν υπήρξε ποτέ δρόμος

κι αν συνεχίζω να ζω είναι γιατί δε θέλω να λησμονήσω ή βγαίνω μ’ ένα τσεκούρι στην πόρτα προς δόξαν του αιώνα μου – σχεδόν ερχόταν μια γυναίκα στην κάμαρά μου, όλα κρατούσαν λίγο σαν την αθωότητα, ύστερα γράφαμε σ’ ένα χαρτί το όνομά μας και το πετούσαμε από το παράθυρό μας (ίσως ήταν η ώρα που περνούσε η φήμη)

Τώρα η γυναίκα θα ’χει γεράσει σαν τη μητέρα ή το θωρηκτό Ποτέμκιν, στις γωνίες οι μέθυσοι με τις μπουκάλες στο στόμα σαν τις σάλπιγγες της Αποκαλύψεως και το χιόνι που πέφτει αόρυβα απ’ το πρωί σαν κάποιος να τινάζει το σπόγγο του παλιού σχολείου…

Κι φίλος μου ο Ιγνάτιος ερχόταν σε ώρες ακατάστατες, φτωχός αλλά παροιμιώδης, συνήθως αντί μικράς αμοιβής παρίστανε το νεκρό σε κάποιο πλανόδιο θίασο – εκείνο το βράδυ μόλις είχαμε βγει από ένα μπαρ, «πίνεις σαν άγγελος» του λέω, «πώς το ’μαθες;» έκανε ξαφνιασμένος, γέλασα, «ξέρω ακόμα περισσότερα», του λέω, «όπως λόγου χάρη: πόσους θυρωρούς έχει η Κόλαση και πόσες πουτάνες το Νοβοροζίνσκι», πίναμε όλη νύχτα, «ακούς αυτή την υπέροχη μουσική;» μου λέει. «Εγώ καταστρέφω τη ζωή μου»

Λοιπόν, ποιος ήταν ο Ιγνάτιος; αλλά και ποιος δε σφάλλει ή ποιος δε λύγισε με τα χρόνια. Κι αλήθεια, τι γνωρίζουμε για τον εαυτό μας; Ζούμε στην τύχη και στον κίνδυνο (;), ή κάθε μέρα μας φθείρει, έτσι που σε λίγο κάτω απ’ το όνομά μας δε θα’ ναι κανείς (και μόνον η ανωνυμία μας διατηρεί μακριά από μύθους ή λεηλασίες)- όμως σήμερα ξύπνησα μ’ έναν προορισμό ωραιότερο, κι αυτή η γυναίκα στο πάρκο τόσο θλιμμένη που την ακολουθούσαν οι Εποχές και πιο πίσω έρχονταν σαν μικρές φτερούγες τα χειρόγραφα των ποιητών που πέθαναν νωρίς, πριν έρθει η δόξα κι εγώ έπρεπε να παραδεχτώ την ενοχή μου για να σώσω ίσως κάτι περισσότερο από μένα, γι’ αυτό κιόλας με βλέπετε εδώ στη γωνιά του δρόμου, έτοιμο κάθε στιγμή να σας εξυπηρετήσω-

Ένας μικροδιεκπεραιωτής του ανέφικτου μες στην αιώνια λησμονιά…

Θυμάσαι; Ο πατέρας σου ήταν νεκρός στο φέρετρο – εσύ κάτι έψαχνες και μπήκες σε μιαν άλλη κάμαρα, μονάχη, σ’ ακολούθησα, απ’ το ανοιχτό παράθυρο ερχόταν η ευωδιά του κήπου (ω θα ’μαστε νεκροί κι η άνοιξη θα ’ρχεται πάλι και πάλι) = σε πλησίασα, με κοίταξες στα μάτια και τότε σε φίλησα για όλα τα χρόνια που θα περάσουν, για όλες τις ελπίδες που θα χαθούν, σε φίλησα και σε κράτησα πάνω μου –κι όπως πριν λίγο είχες αγκαλιάσει ν’ αποχαιρετήσεις το νεκρό, τα μαλλιά σου μύριζαν

αιωνιότητα….

Κι ύστερα μια νύχτα συνάντησα τον πεθαμένο αδελφό μου, καθόταν σε μια γωνιά κι έκλαιγε, «τι έχεις» του λέω, «γιατί δεν ξανάρθε ο κύριος Μαρίνος στο σπίτι;» μου λέει, ήταν ένα παλιός δάσκαλος του βιολιού με μια αστεία ρεντιγκότα, «δεν είχαμε να τον πληρώσουμε, αγόρι μου» του λέω, «ξεπέσαμε», τότε σαν να θύμωσε, άρπαξε με τα δυο του χέρια το λεωφορείο και το σήκωσε ψηλά, «κοίτα τι μπορεί ένας άνθρωπος» σκέφτηκα με θαυμασμό, τέλος, καθώς γύριζα άρχισε να βρέχει, «γι’ αυτό σταυρώθηκε ο Χριστός» είπα μέσα μου κι έκανα το σταυρό μου.

Όσο για τις νοσοκόμες καθάριζαν μ’ επιμέλεια τους θαλάμους, όμως εγώ ήμουν πάντα λυπημένος, «σκότωσα την αιωνιότητα, γιατρέ» έλεγα, ο γιατρός γελούσε, «δε γίνονται τέτοια πράγματα» έλεγε, «γίνονται γιατρέ» του λέω και του διηγήθηκα τις δυστυχίες της θείας μου, τη λέγανε Ευδοκία, τελικά ψάλαμε όλοι μαζί το ‘εν ανθρώποις ευδοκία» - από τότε αγαπώ τις μέρες του χειμώνα που είναι σύντομες ή μεταμορφώνομαι σε ήρωα (για να αποφύγω τους πραγματικούς κινδύνους) έτσι και πίσω απ’ τις πιο ακόλαστες πράξεις μας κρύβεται το μίσος για τον εαυτό μας, τι μας έφταιξε; κανείς δεν θα το μάθει,

α, φίλοι μου, ζούμε σ’ ένα όνειρο που δε θα επαληθευτεί παρά μονάχα μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο, όμως τη νύχτα τ’ άστρα έχουν πάντα κάτι συνταρακτικό να μας πουν, κι ο δολοφόνος σηκώνει συνήθως το χέρι του

όπως μια γυναίκα το μαραμένο μαστό της.

Τελικά κανείς δεν έβλεπε ακόμα την τρομερή προειδοποίηση, νυχτερίδες κούρνιαζαν πάνω στο νιπτήρα, οι λειχήνες έτρωγαν σιγά σιγά τους τοίχους και μόνον η Δωροθέα δινόταν μ΄ ευψυχία στους περαστικούς — ο πιο αξιολύπητος όμως ήταν ο τρίτος, «γιατί με κυνηγούν;» ρώτησε, «κι όμως εγώ αγρυπνούσα» ξανάπε σαν να ’ταν αυτό ένα άλλοθι, γιατί υπάρχουν πράγματα που τα περιμένεις χρόνια κι άλλα που συμβαίνουν μέσα σε μια στιγμή, καθορίζοντας για πάντα τη ζωή σου κι επειδή είμαι προνοητικός, τα βράδια τακτοποιώ τις λέξεις με τ’ άλλα φαντάσματα — κι άξαφνα το ρολόι σταμάτησε, εγώ βρισκόμουν στο υπόγειο, «γιατί κατέβηκα εδώ;» είπα σιγανά.

Αλλά δεν ήταν κανείς ν’ απαντήσει…

[επιλογές από την ποιητική συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΒΙΟΛΙ ΓΙΑ ΜΟΝΟΧΕΙΡΑ, Κέδρος 1976 (κρατικό βραβείο ποίησης 1979…]: ονειρεύομαι, αλήθεια, μια λέξη που να με εξευμενίσει, επιτέλους, τη σκάλα ή ένα έγκλημα απλώς και μόνο για λόγους φθινοπώρου ή μια πόλη που εξαφανίστηκαν τα αγάλματα και στη θέση τους παίζουν φλάουτο άνθρωποι χαμένοι ή, έστω, ένα καινούργιο ποίημα που να ’χουμε όλοι μια μικρή θέση στην υστεροφημία