Ο
αστερίας της αναπνοής, ο έρωτας: τώρα δα πάλι ένα όνειρο, χτυπιέται απάνω κάτω
ώρα αυγινή η λάμψη της γυναίκας σε σκοτεινό βυσσινί καιρό
Φτάσαμε Σάββατο πρωί απολείτουργα. Είχαμε περάσει ένα βούρκο σιωπής δέκα ώρες μέσα στο τρένο.
«Κάτσε. Καφέ, τσιγάρο, πώς σε λένε;»
Φχαριστώ, ναι, τάδε.
Πήγα και του χτύπησα πάλι την πόρτα. Και του λέω όχι. Και μου λέει καλά. Και ξύνισε τα μούτρα. Στράφηκα και βγήκα στον περίβολο. Με φυλακίσανε διάφοροι συλλογισμοί.
Χτυπιέται απάνω κάτω ώρα αυγινή η λάμψη της γυναίκας σε σκοτεινό βυσσινί καιρό.
Ο μισός καθρέφτης, ο έρωτας.
Αντίο ζωή θηλή της αβύσσου
Ύστερα μέσα στο χωριατόσπιτο γίνηκε θάλασσα και κυμάτισε η ψυχή του. Οι ληστές τα χάσανε,
Πήγανε στ’ άλογα και τα λύσανε.
Κάνανε μια καβαλαρία, ο ένας πίσω απ’ τον άλλο, να μακρυνθούνε πολύ, γιατί φανερωθήκανε κι άλλα σημεία στην ατμόσφαιρα.
[Περνούν αναμνήσεις μπουκαδόροι των ψυχών έξω απ’ τον Αη-Γιάννη τον
ξύλινο και είναι χαλκάδες φωνής που ανεβαίνουνε στ’ αλόγατα και λένε στην
ειρήνη γεια σου. Στη λευκή γραμμή της χαράς απάνω σε μια λίμνη το πετραχήλι του
παπά μετέωρο. Ο κάθε καπετάνιος λέει μια στιγμή, αντίο ζωή θηλή της αβύσσου και
πάει και χάνεται στους ασφυκτικούς διαδρόμους του ξύλου. Τα ίδια δαχτυλίδια
σπούμε… Ο μαύρος καπνός του βαποριού σκεπάζει τα σύννεφα. Όλο κάτι τα παίρνει
βόλτα στο μεγάλο κόσμο και τελικά σε φυλακώνει ο θάνατος. Μπαίνεις άτι στο θολό
ποταμό και βγαίνεις πράσινη θλιμμένη Παναγία Έχουνε φρενιάσει οι άνθρωποι,
τρώνε και τρέχουνε. Η μοίρα μου είναι η μοίρα ενός που του σπιτώσανε τις
ανησυχίες οι άνεμοι…]
Κυνηγημένο νησί (αφήγημα από
το βιβλίο του Μανόλη Ξεξάκη «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΠΠΙΚΟΥ, εκδόσεις Μπαρμπουνάκης,
Θεσσαλονίκη 1980)
Φτάσαμε Σάββατο πρωί απολείτουργα. Είχαμε περάσει ένα βούρκο σιωπής δέκα ώρες μέσα στο τρένο.
Ήπιαμε
καφέ στο σταθμό και σταθήκαμε πέντε άτομα να βρούμε μέσο για το στρατόπεδο.
Μας
πήρε ένα φορτηγό. Κατεβήκαμε μουδιασμένοι μπροστά σε μια πύλη σαν καρμανιόλα.
Σταθήκαμε
στην πόρτα του διοικητή και μας λέγανε φτιαχτείτε, κουμπώσου, να ’στε ζωηροί
όταν θα μπείτε να του μιλήσετε.
Περνάγανε
οι πυροβολάρχες και μας κοιτάζανε σαν άλογα και μας ρωτούσαν, θέλαν όλοι να
πάρουν τους δυο πτυχιούχους στην κομπανία τους για να τους βγάλουν
ασπροπρόσωπους μπροστά στον στρατηγό.
Γυρίζει
και μου λέει ένας: «Σε παίρνω εγώ, όταν τελειώσετε να πλυθείς και να ’ρθεις στο
γραφείο μου»
Τελειώσαμε.
Ξυρίζομαι
και πάω φοβισμένα.«Κάτσε. Καφέ, τσιγάρο, πώς σε λένε;»
Φχαριστώ, ναι, τάδε.
«Λοιπόν,
κοίταξε, είσαι σπουδασμένος. Θέλω να περάσουμε καλά μαζί. Γι’ αυτό πρέπει να με
βοηθήσεις. Θα ’ρχεσαι δω και θα ζητάς από μένα ό,τι θέλεις. Στο λοχαγό του
τρίτου να μην εμπιστεύεσαι. Λοιπόν, όλοι μπορεί να παραστρατήσουνε. Πρέπει να
το ξέρω αυτό. Ν’ ακούς τι κουβέντες κάνουνε οι φαντάροι. Θα σου πω ποιους να
προσέχεις. Βασικά θέλω να ξέρω τι λένε οι δόκιμοι. Μπορείς να το μάθεις. Και μη
φοβάσαι τίποτα. Πρέπει να υπερασπίσουμε τα δίκαια της φυλής και φύγε τώρα να
πας να φας».
Με
κατάλαβε που δαγκώθηκα. Σηκώθηκα και πήγα σε κάτι δένδρα απόμερα κι έκλαιγα.
Δεν
είχε ποτέ τέτοιο πνιγμό η συνείδησή μου.Πήγα και του χτύπησα πάλι την πόρτα. Και του λέω όχι. Και μου λέει καλά. Και ξύνισε τα μούτρα. Στράφηκα και βγήκα στον περίβολο. Με φυλακίσανε διάφοροι συλλογισμοί.
Έπεφτε
ψιλή ψιλή σαν άχνη η νύχτα.
Ο αστερίας της αναπνοής, ο
έρωτας
Δειλινό
με πνιγμένο το πρόσωπο του ήλιου μέσα στη μεροφωτιά, σε μαβί πελαγόνερο ο
καπετάνιος μπαίνει. Τώρα δε πάλι ένα όνειρο.
Αχνίζουν οι τοίχοι μαυράδια σα να φουρνίζουνε παπά. Στο καλοριφέρ απλωμένη μια γυναικεία βράκα. Αστραπές τσακμακίζουνε στον ορίζοντα.
Αχνίζουν οι τοίχοι μαυράδια σα να φουρνίζουνε παπά. Στο καλοριφέρ απλωμένη μια γυναικεία βράκα. Αστραπές τσακμακίζουνε στον ορίζοντα.
Κανένας
πύργος δεν είναι σήμερα στην άψη του μέσα λευκός. Σκοτεινοί μερακλήδες κλαίνε.
Ο
κόσμος έχει αιωνίως το δρόμο του από σπηλιές. Δάση τα σίδερα και δάση η
ελευθερία.Χτυπιέται απάνω κάτω ώρα αυγινή η λάμψη της γυναίκας σε σκοτεινό βυσσινί καιρό.
Ο μισός καθρέφτης, ο έρωτας.
Αντίο ζωή θηλή της αβύσσου
Ο
Καπετάν Σούπερ Πριοβόλος κυλίστηκε στο χώμα και το μάτωσε. Ορθώθηκε στα πόδια
του και μάτωσε και τον αέρα και τελικά σωριάστηκε νεκρός κι έπιασε πολλά
τετραγωνικά στην όρασή τους
Εφούσκωσε
η βασιλόφλεβα του λαιμού του και φοβηθήκανε πως θα σκάσει. Σύρανε το μαχαίρι
ένας και τον τρύπησε, να χυθεί το αίμα και να κρυώσει, να μη διαβάζεται πια
μέσα σ’ αυτό δύναμη. Κι από το λύθρο σχηματίστηκε ένας ποταμός και σκοτείνιασε
το σπίτι.
Ξαπλώσανε
στους άσπρους τοίχους ίσκιοι και ξανανίφτηκε το φως στα τσιμπλιασμένα μάτια των
κακούργων.
Ύστερα μέσα στο χωριατόσπιτο γίνηκε θάλασσα και κυμάτισε η ψυχή του. Οι ληστές τα χάσανε,
Ένας
κρέμασε στο ταβάνι μια χειροβομβίδα, καταχτυπήθηκαν οι πόρτες, τρέχοντας
ταμπουρωθήκανε σ’ ένα ξερολίθινο σωρό, ακούστηκε ο χτύπος, το σπιτάκι σκόρπισε
κι ο νεκρός θάφτηκε κάτω απ’ τα μαδέρια τη σκόνη και το καπνό.
Φτύσανε
με μανία τον πεθαμένο.Πήγανε στ’ άλογα και τα λύσανε.
Κάνανε μια καβαλαρία, ο ένας πίσω απ’ τον άλλο, να μακρυνθούνε πολύ, γιατί φανερωθήκανε κι άλλα σημεία στην ατμόσφαιρα.
[Αφηγήματα από το βιβλίο του ΜΑΝΟΛΗ ΞΕΞΑΚΗ «Ο Θάνατος του
Ιππικού», που γράφτηκε ανάμεσα στα 1970 και 1074 και κυκλοφόρησε από τις
εκδόσεις Μπαρμπουνάκη του 1977 με εικονογράφηση του Α. Φασιανού… «Πίνω τη φρίκη
του κρεμασμένου και την ξερνώ. Μας σέρνουν απ’ το αυτί τετράγωνοι μοχθηροί
άνδρες. Και δεν αφήνουν τους νέους και να πιτσιλάνε τα ρούχα της φωτιάς
ανθόνερο. Κι αυτοί χάνονται και οι ληστές και ο Πριοβόλος ο νεκρός και τα
σύμπαντα. Λάσπη! Ω βουτηγμένα στο γάλα βουνά! Ω πατρίδα! Χιλιάδες και
εκατομμύρια ζήτω!]







