Για να φτάσεις στον οργασμό, δεν σου χρειάζεται Σαίξπηρ…
Και κάτι ακόμα: όταν βρέχει ας γδυνόμαστε και ας λάμπουμε σαν το τριφύλλι.
Θάλασσα λανθασμένη δεν γίνεται
Απ’ το ελάχιστο φτάνεις πιο εύκολα οπουδήποτε,
ΛΕΖΑΝΤΑ για το παράλογο φαινόμενο της ανοιχτής θαλάσσης:
δυο χέρια ωραία γυναίκας (ή και ανδρός)
που να ’χουν εξοικειωθεί με τ’ αγριοπερίστερα
ένα σύρμα που οι αναμνήσεις του όλες να ’ναι
από ρεύμα ηλεκτρικό κι ανύποπτα πουλιά
μία κραυγή που να μπορεί να θεωρηθεί
ότι έχει αιώνια επικαιρότητα
Κι απ’ το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις πιο εύκολα οπουδήποτε, αλλά θέλει να ξέρεις να τα’ αγγίζεις οπόταν η φύση σου υπακούει
Είμαστε το αρνητικό του ονείρου γι’ αυτό φαινόμαστε μαύροι κι άσπροι και ζούμε τη φθορά πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα
Το νου σας: από μας εξαρτάται η άνοιξη δεν ωφελούν πια οι μυώνες, θέλει αγάπη θηριώδη
Κάθε καιρός κι η Ελένη του κάθε καιρός κι ο Τρωικός του πόλεμος, όσο υπάρχουν Αχαιοί θα υπάρχει μια ωραία Ελένη με τον τρόπο της να διαιωνίζει της φύση της ελιάς
πώς ανεβαίνω αμφίκυρτη σαν τη Νέα Σελήνη
και σταλάζοντας αίματα!
Τα λευκά των αγγέλων που ’κλειναν μπροστά μα τ’ άφηναν ξεκούμπωτα και όλα τα γεράνια σ’ ένα μακρύ πεζούλι ασβεστωμένο
γυρισμένα στον άνεμο να καλπάζουν
έβλεπα κορίτσια του σιρόκου με δροσερούς γλουτούς
και ν’ αλέθουνε ασταμάτητα τη μαύρη ψίχα του ήλιου
Κι είναι από τότες που σε φιλούσα ίδια η θάλασσα
Λόγια που έμαθα σαν περάσματα ψαριών πράσινα
με γαλάζια κιμωλία χαρακωμένα
παραμιλητά που ξυπνητός ξεμάθαινα
και πάλι κολυμπώντας ένιωθα κι ερμήνευα
Ιωάννης των ερώτων…
«Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα».
Μου το ’χε φέρει ο Ιππότης ποδηλάτης
ύστερα τράβηξε τον σπάγκο
κι εγώ κολπωνόμουν μες στον αέρα…
Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη
πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα
Υπερούσιος πας ενώ πάνω απ’ το κεφάλι σου
απλώνεται ο βυθός
με τα χρωματιστά του βότσαλα σαν άστρα
Δυο τρεις οργιές κάτω απ’ το χώμα το δικό μου άλλοθι
επειδή κλαίω ακόμη στα κρυφά
καταπιάνομαι ακόμη με όνειρα καιρών τ’ ουρανού
τόσο που αν πας εκείνη τη στιγμή να μ’ αγκαλιάσεις
πασαλείβεσαι άστρα
Θα ’ταν ύψιστη σοφία να συμβιβαστούν οι Άγιοι με το σώμα τους
ν’ ακούσουν πάλι των αγγέλων τη λαλιά να πέφτει
σαν ψιλή βροχούλα εαρινή
την ώρα που η κάθε είδους γνώση φλέγεται
Κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται εκείνοι που αγαπάνε τα κορίτσια που κρατώντας μύρτα θα γυμνωθούνε μες την ευλάβεια
Όταν η συμφορά συμφέρει λογάριαζέ την για πόρνη
Ένα βράδυ που μυρίζει ωραία ρίχνουμε τον ξυλοκόπο της σελήνης χάμου
εκείνος μας δωροδοκεί με λίγο γιασεμί
κι εμείς συγκατανεύουμε
να στέλνουμε το χέρι μας και να πηγαίνει εκεί
που μια γυναίκα σα Μηλιά
καρτερεί μισή μέσα στα σύννεφα
εντελώς αγνοώντας την απόσταση που μας χωρίζει
Πιάσε την αστραπή στο δρόμο σου άνθρωπε δώσε της διάρκεια, μπορείς.
Από το ατέρμονο φιλί να βγάλεις έναν αιώνα με θόλο για την ομορφιά και την αντήχηση
όπου σου φέρνουν οι άγγελοι μες στο πανέρι
τη δρόσο από τους κόπους σου,
τη στεναχώρια σου γεμάτη πλήκτρα που χτυπούν μεταλλικά στον άνεμο.
Μαρίες που κανείς πάρεξ εσύ δεν άγγιξες όλα μία στιγμή, η μόνη σου αστραπή για πάντα και βλέπεις να συνάζονται τα δένδρα σου όλα.
Ψαύοντας δάχτυλο το δάχτυλο έως ότου ο κόλπος
όλος ερευνηθεί και ανοίξει το αίνιγμα
που σφιγμένο κρατούν οι ωραίοι μηροί
ο γιαλός ο αμύθητος από την υψηλή μασχάλη έως τα πέλματα
ο περίπλους γύρω από ένα σώμα λείο νέο γυμνό τελειώνει εκεί που ξαναρχίζει το άλλο
σαν τριαντάφυλλο αναποκάλυπτο παρθένας
που ξαναγεννιέται ν’ απαλείφει τον φόνο
και να κατασιγάσει τις κραυγές των θυμάτων
απαρχής της Ιστορίας ως σήμερα
ένα σώμα λείο νέο γυμνό: η δικαιοσύνη
Δεν εγεννήθηκεν ακόμη ο Μαγελλάνος ενός τριαντάφυλλου
τα πάντα εν τέλει ανάγνωση επιδέχονται
του μύρμηγκα η μυστηριώδης διαδρομή
και της μελίσσης το βόμβισμα
ε τι συμπληγάδες όλοι μας περνούμε
Στηθήτω μία Παρθένος κατάστικτη φιλών η αμώμητος! Εγώ στη θέση της παρθένου θα ’βαζα κληματόφυλλα
Ένα σώμα γυμνό η μοναδική προέκταση της νοητής γραμμής που μας ενώνει με το μυστήριο, κλωνάρια λέξεων αδημονούν για Μάιο καθώς μια θέση Αγίου διεκδικούν μέσα στο ίδιο το Ποίημα
Μην ανησυχείς υπάρχει πάντα μια δεύτερη τύχη που ακολουθεί πίσω από την πρώτη αρκεί να ξέρεις να περιμένεις παρά έναν ή δύο αιώνες φθόγγους υποχθόνιους
με κατά καιρούς καταρρέουσες λέξεις
σ’ ένα εικοσιτετραώρου διαρκείας ηλιοβασίλεμα,
παριστάμενης πάντοτε και της σελήνης-
μες στο βαθύ ουρανό κάθε βουνό και η υπογραφή του
Γενού φυτό τριών γενεών και συνάμα παρθένος! Τι εύκρατη που γίνεται η σκέψη, όταν τα μπλε σου βγαίνουν περίπατο;
Αχ να ’χα δικό μου αμπέλι πάνω σε ακρωτήριο που η κάθε του ρώγα να τρίζει στο κύμα
Τάχα να μην είχα κάποτε κι εγώ ανεβεί
κείνα τα σκαλοπάτια του ατελεύτητου καλοκαιριού
μιαν αψηλή βουνίσια θάλασσα
Κυανότερο το κυανό γίνεται και μια τελεία γλάρου μένει επάνω του
κι ας αρκέσει ο μέσα μας ανθώνων Άθως
όπου πηγή λαλεί
και ο ελεύθερος που δεν μεταγλωττίζεται
ρείκια σφένταμα λουίζες
πολυσύλλαβα της συντροφιάς μου
Καθ’ οδόν βρίσκεις τον Οδυσσέα σου, και πάλι ζήτημα είναι, θέλει να κοιμάσαι μ’ ανοιχτά πανιά και μ’ ανεβασμένη την άγκυρα
Παρά λίγα σκαλοπάτια οι κουτοί των αισθήσεων θα μπορούσαν να γεννήσουν σαν μικρό αγοράκι μιαν ολόκληρη άνοιξη
Μην ακούτε τον ΑΡΜΣΤΡΟΝΓΚ η μυρωδιά του φεγγαριού θα πρέπει να είναι κάτι ανάμεσα παλαιό φιλί και αιθέριο έλαιο κυπαρισσώνων, οι ιδέες είναι σαν τα φαντάσματα, περνάς ανάμεσα κι αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν
Για να τις φτάσει να λάμπουν ο χρυσοχόος τις λέξεις του, προηγουμένως τις βουτά στο φαρμάκι, γι’ αυτό κάθε τι πικρό γοητεύει
Επειδή το κόκκινο δεν είναι πάντοτε η προτεραία του μαύρου, επειδή ως και η ευλάβεια σε ρευστή κατάσταση μπορεί να προκαλέσει ανίατα εγκαύματα
Επειδή το μωβ περιλαμβάνει όλα τα χρώματα πλην ενός, που καλείσαι να το βρεις και δεν το βρίσκεις ποτέ σου
Επειδή στο εξοχικό του καθενός μας ενδημεί ένας εύρωστος αίγαγρος, που συντηρείται με τα όσπρια των ρεμβασμών μου
‘Όπως και να το κάνεις ένα κομμάτι «πάντοτε» στον άνθρωπο θα υπάρχει
Τράβα μόνος σου ο ίδιος κι όσο πιο δυνατά μπορείς
το σχοινί που ανεβάζει το καλαθάκι σου
στα πιο εμπιστευτικά σου Μετέωρα
Να πετύχεις μονόλογο σε όλες τις διαλέκτους του τρεχούμενου νερού να κυκλοφορείς πότε- πότε μ’ ένα φευγάτο του ΜΑΞ ΕΡΝΣΤ φεγγάρι
Μια γυναίκα ξετυλίγει τον ήχο και τον στρώνει στο δάπεδο. Μυρίζει κλεισούρα εδώ μέσα
Οι δυο γυναίκες από την πολλή προσπάθεια έγιναν τρεις
ο αγκώνας της μιας είναι συνάμα και κρύπτη
στο βάθος υπάρχει κι ένας άνδρας αορίστου εποχής έφιππος
βουίζει κι ακούς τα γεγονότα να τρέχουν
Κάθε καθρέπτης έχει κι από ένα δικό του είδωλο κατά λάθος μαθαίνει κανείς και μυστικά που περνούν γι’ αλήθεια
Αν δεν έχεις κάνει έρωτα ποτέ σου με τα μαθηματικά, δεν θα μπορέσεις ν’ αποδείξεις ότι τα γραφτά σου τους μοιάζουν
Άπαξ και φτάσει να θεωρείται αλάνθαστο ένα χρώμα, δεν υπόκειται πλέον στην εξέλιξη, ακριβώς όπως ένας τέλειος στίχος Μάθε ν’ αγοράζεις πάντοτε απ’ την ίδια ποσότητα του ελάχιστου
Και στον ενεστώτα του αρέσει να ξενοπλαγιάζει ο έρωτας και στον παρακείμενο. Άμετε να μετρηθείτε, αχθοφόροι του ονόματός σας
Είσαι ωραία σαν φυσικό φαινόμενο σ’ ό,τι μέσα σου οδηγεί στο χέλι και στον αγριόγατο
είσαι ωραία σαν απελπισία
σαν τη ζωγραφική που απεχθάνονται οι αστοί
και θα την αγοράσουν μεθαύριο με δισεκατομμύρια
Ίρις Μαρία Νεφέλη με τη γοητεία του πισινού σου
όταν καθίζει ξάφνου πάνω σ’ ένα ξυράφι
Την άνοιξη αν δεν την βρεις την φτιάχνεις και ή πας να παίξεις τρικυμία ή πνίγεσαι
θέλει τουφέκι ο χρόνος,
αν επιθυμεί να γίνεις μια σκέτη ανάμνηση
κάπου στον κόσμο των κλειδιών
θα υπάρχει κάποια παρατεταμένη λύπη
και ζηλεύει σμαράγδι
το πιο σπάνιο των παιδικών μου χρόνων δάκρυ
Καιρός να εικονιστούν τα είδωλα και στον ύπνο και πάνω μας
είναι από τα αποτυπώματά μας
που θα υπάρξουν του έαρος οι επίγονοι
κανείς άλλος δεν εξέρχεται σώος
από τέτοιων αιώνων το άθροισμα
Επειδή εδώ, σ’ αυτά τα μέρη, το παν ομιλεί, ο κισσός, η βρύση, το αγροκήπιο και οι άκρες των τριών ακρωτηρίων.
Ένας κήπος όπου μου έπεσε ο λαχνός να μπω κι εγώ σπώντας βέργες ανεμώδεις,
όπως μπήκε ο Ματίς με τα χρωματιστά χαρτιά…
Πέσαν στον ύπνο οι βλάστημοι
και να βρήκε το θάρρος το φεγγάρι
να ξεμυτίσει
Μίλησε πάλι το βουνό ιερές ακατανόητες έλξεις από φύλλο σε φύλλο και κάπου ως πέρα η μισή κοιλάδα στ’ άστρα
Θάρρος τώρα είναι η στιγμή
αλλά για μας τους αδαείς της ευδαιμονίας
απαιτούνται οξύ κίτρου
και αθωότητα νηπίου αίγαγρου.
Προσοχή, το βάρος πέφτει όχι τόσο στη λέξη
όσο στη χημεία και τα παράγωγά της
για να φτάσεις στον οργασμό δεν σου χρειάζεται Σαίξπηρ…
Κι απ’ την ανάποδη φοριέται η φαντασία
και σ’ όλα τα μεγέθη της
λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ
μα ωστόσο λάμπει
αχ ομορφιά
κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ
κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω
Και κάτι ακόμα: όταν βρέχει ας γδυνόμαστε και ας λάμπουμε σαν το τριφύλλι.
Θάλασσα λανθασμένη δεν γίνεται
αλλά φοβηθείτε αν θέλετε να σας ξυπνηθεί το ένστικτο του ωραίου!
ΛΕΖΑΝΤΑ για το παράλογο φαινόμενο της ανοιχτής θαλάσσης:
δυο χέρια ωραία γυναίκας (ή και ανδρός)
που να ’χουν εξοικειωθεί με τ’ αγριοπερίστερα
ένα σύρμα που οι αναμνήσεις του όλες να ’ναι
από ρεύμα ηλεκτρικό κι ανύποπτα πουλιά
μία κραυγή που να μπορεί να θεωρηθεί
ότι έχει αιώνια επικαιρότητα
Κι απ’ το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις πιο εύκολα οπουδήποτε, αλλά θέλει να ξέρεις να τα’ αγγίζεις οπόταν η φύση σου υπακούει
Είμαστε το αρνητικό του ονείρου γι’ αυτό φαινόμαστε μαύροι κι άσπροι και ζούμε τη φθορά πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα
Το νου σας: από μας εξαρτάται η άνοιξη δεν ωφελούν πια οι μυώνες, θέλει αγάπη θηριώδη
Κάθε καιρός κι η Ελένη του κάθε καιρός κι ο Τρωικός του πόλεμος, όσο υπάρχουν Αχαιοί θα υπάρχει μια ωραία Ελένη με τον τρόπο της να διαιωνίζει της φύση της ελιάς
Ροές της θάλασσας κι εσείς των άστρων μακρινές επιρροές παρασταθείτε μου!
Απ’ τα νερά της νύχτας τ’ ουρανούπώς ανεβαίνω αμφίκυρτη σαν τη Νέα Σελήνη
και σταλάζοντας αίματα!
Τα λευκά των αγγέλων που ’κλειναν μπροστά μα τ’ άφηναν ξεκούμπωτα και όλα τα γεράνια σ’ ένα μακρύ πεζούλι ασβεστωμένο
γυρισμένα στον άνεμο να καλπάζουν
έβλεπα κορίτσια του σιρόκου με δροσερούς γλουτούς
και ν’ αλέθουνε ασταμάτητα τη μαύρη ψίχα του ήλιου
Κι είναι από τότες που σε φιλούσα ίδια η θάλασσα
Λόγια που έμαθα σαν περάσματα ψαριών πράσινα
με γαλάζια κιμωλία χαρακωμένα
παραμιλητά που ξυπνητός ξεμάθαινα
και πάλι κολυμπώντας ένιωθα κι ερμήνευα
Ιωάννης των ερώτων…
«Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα».
Μου το ’χε φέρει ο Ιππότης ποδηλάτης
ύστερα τράβηξε τον σπάγκο
κι εγώ κολπωνόμουν μες στον αέρα…
Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη
πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα
Υπερούσιος πας ενώ πάνω απ’ το κεφάλι σου
απλώνεται ο βυθός
με τα χρωματιστά του βότσαλα σαν άστρα
Δυο τρεις οργιές κάτω απ’ το χώμα το δικό μου άλλοθι
επειδή κλαίω ακόμη στα κρυφά
καταπιάνομαι ακόμη με όνειρα καιρών τ’ ουρανού
τόσο που αν πας εκείνη τη στιγμή να μ’ αγκαλιάσεις
πασαλείβεσαι άστρα
Θα ’ταν ύψιστη σοφία να συμβιβαστούν οι Άγιοι με το σώμα τους
ν’ ακούσουν πάλι των αγγέλων τη λαλιά να πέφτει
σαν ψιλή βροχούλα εαρινή
την ώρα που η κάθε είδους γνώση φλέγεται
Κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται εκείνοι που αγαπάνε τα κορίτσια που κρατώντας μύρτα θα γυμνωθούνε μες την ευλάβεια
Όταν η συμφορά συμφέρει λογάριαζέ την για πόρνη
εκείνος μας δωροδοκεί με λίγο γιασεμί
κι εμείς συγκατανεύουμε
να στέλνουμε το χέρι μας και να πηγαίνει εκεί
που μια γυναίκα σα Μηλιά
καρτερεί μισή μέσα στα σύννεφα
εντελώς αγνοώντας την απόσταση που μας χωρίζει
Πιάσε την αστραπή στο δρόμο σου άνθρωπε δώσε της διάρκεια, μπορείς.
Από το ατέρμονο φιλί να βγάλεις έναν αιώνα με θόλο για την ομορφιά και την αντήχηση
όπου σου φέρνουν οι άγγελοι μες στο πανέρι
τη δρόσο από τους κόπους σου,
τη στεναχώρια σου γεμάτη πλήκτρα που χτυπούν μεταλλικά στον άνεμο.
Μαρίες που κανείς πάρεξ εσύ δεν άγγιξες όλα μία στιγμή, η μόνη σου αστραπή για πάντα και βλέπεις να συνάζονται τα δένδρα σου όλα.
Ψαύοντας δάχτυλο το δάχτυλο έως ότου ο κόλπος
όλος ερευνηθεί και ανοίξει το αίνιγμα
που σφιγμένο κρατούν οι ωραίοι μηροί
ο γιαλός ο αμύθητος από την υψηλή μασχάλη έως τα πέλματα
ο περίπλους γύρω από ένα σώμα λείο νέο γυμνό τελειώνει εκεί που ξαναρχίζει το άλλο
σαν τριαντάφυλλο αναποκάλυπτο παρθένας
που ξαναγεννιέται ν’ απαλείφει τον φόνο
και να κατασιγάσει τις κραυγές των θυμάτων
απαρχής της Ιστορίας ως σήμερα
ένα σώμα λείο νέο γυμνό: η δικαιοσύνη
Δεν εγεννήθηκεν ακόμη ο Μαγελλάνος ενός τριαντάφυλλου
τα πάντα εν τέλει ανάγνωση επιδέχονται
του μύρμηγκα η μυστηριώδης διαδρομή
και της μελίσσης το βόμβισμα
ε τι συμπληγάδες όλοι μας περνούμε
Στηθήτω μία Παρθένος κατάστικτη φιλών η αμώμητος! Εγώ στη θέση της παρθένου θα ’βαζα κληματόφυλλα
Μην ανησυχείς υπάρχει πάντα μια δεύτερη τύχη που ακολουθεί πίσω από την πρώτη αρκεί να ξέρεις να περιμένεις παρά έναν ή δύο αιώνες φθόγγους υποχθόνιους
με κατά καιρούς καταρρέουσες λέξεις
σ’ ένα εικοσιτετραώρου διαρκείας ηλιοβασίλεμα,
παριστάμενης πάντοτε και της σελήνης-
μες στο βαθύ ουρανό κάθε βουνό και η υπογραφή του
Γενού φυτό τριών γενεών και συνάμα παρθένος! Τι εύκρατη που γίνεται η σκέψη, όταν τα μπλε σου βγαίνουν περίπατο;
Αχ να ’χα δικό μου αμπέλι πάνω σε ακρωτήριο που η κάθε του ρώγα να τρίζει στο κύμα
Τάχα να μην είχα κάποτε κι εγώ ανεβεί
κείνα τα σκαλοπάτια του ατελεύτητου καλοκαιριού
μιαν αψηλή βουνίσια θάλασσα
Κυανότερο το κυανό γίνεται και μια τελεία γλάρου μένει επάνω του
κι ας αρκέσει ο μέσα μας ανθώνων Άθως
όπου πηγή λαλεί
και ο ελεύθερος που δεν μεταγλωττίζεται
ρείκια σφένταμα λουίζες
πολυσύλλαβα της συντροφιάς μου
Καθ’ οδόν βρίσκεις τον Οδυσσέα σου, και πάλι ζήτημα είναι, θέλει να κοιμάσαι μ’ ανοιχτά πανιά και μ’ ανεβασμένη την άγκυρα
Παρά λίγα σκαλοπάτια οι κουτοί των αισθήσεων θα μπορούσαν να γεννήσουν σαν μικρό αγοράκι μιαν ολόκληρη άνοιξη
Μην ακούτε τον ΑΡΜΣΤΡΟΝΓΚ η μυρωδιά του φεγγαριού θα πρέπει να είναι κάτι ανάμεσα παλαιό φιλί και αιθέριο έλαιο κυπαρισσώνων, οι ιδέες είναι σαν τα φαντάσματα, περνάς ανάμεσα κι αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν
Για να τις φτάσει να λάμπουν ο χρυσοχόος τις λέξεις του, προηγουμένως τις βουτά στο φαρμάκι, γι’ αυτό κάθε τι πικρό γοητεύει
Επειδή το κόκκινο δεν είναι πάντοτε η προτεραία του μαύρου, επειδή ως και η ευλάβεια σε ρευστή κατάσταση μπορεί να προκαλέσει ανίατα εγκαύματα
Επειδή το μωβ περιλαμβάνει όλα τα χρώματα πλην ενός, που καλείσαι να το βρεις και δεν το βρίσκεις ποτέ σου
Επειδή στο εξοχικό του καθενός μας ενδημεί ένας εύρωστος αίγαγρος, που συντηρείται με τα όσπρια των ρεμβασμών μου
‘Όπως και να το κάνεις ένα κομμάτι «πάντοτε» στον άνθρωπο θα υπάρχει
Τράβα μόνος σου ο ίδιος κι όσο πιο δυνατά μπορείς
το σχοινί που ανεβάζει το καλαθάκι σου
στα πιο εμπιστευτικά σου Μετέωρα
Να πετύχεις μονόλογο σε όλες τις διαλέκτους του τρεχούμενου νερού να κυκλοφορείς πότε- πότε μ’ ένα φευγάτο του ΜΑΞ ΕΡΝΣΤ φεγγάρι
Μια γυναίκα ξετυλίγει τον ήχο και τον στρώνει στο δάπεδο. Μυρίζει κλεισούρα εδώ μέσα
Οι δυο γυναίκες από την πολλή προσπάθεια έγιναν τρεις
ο αγκώνας της μιας είναι συνάμα και κρύπτη
στο βάθος υπάρχει κι ένας άνδρας αορίστου εποχής έφιππος
βουίζει κι ακούς τα γεγονότα να τρέχουν
Κάθε καθρέπτης έχει κι από ένα δικό του είδωλο κατά λάθος μαθαίνει κανείς και μυστικά που περνούν γι’ αλήθεια
Αν δεν έχεις κάνει έρωτα ποτέ σου με τα μαθηματικά, δεν θα μπορέσεις ν’ αποδείξεις ότι τα γραφτά σου τους μοιάζουν
Άπαξ και φτάσει να θεωρείται αλάνθαστο ένα χρώμα, δεν υπόκειται πλέον στην εξέλιξη, ακριβώς όπως ένας τέλειος στίχος Μάθε ν’ αγοράζεις πάντοτε απ’ την ίδια ποσότητα του ελάχιστου
Και στον ενεστώτα του αρέσει να ξενοπλαγιάζει ο έρωτας και στον παρακείμενο. Άμετε να μετρηθείτε, αχθοφόροι του ονόματός σας
Είσαι ωραία σαν φυσικό φαινόμενο σ’ ό,τι μέσα σου οδηγεί στο χέλι και στον αγριόγατο
είσαι ωραία σαν απελπισία
σαν τη ζωγραφική που απεχθάνονται οι αστοί
και θα την αγοράσουν μεθαύριο με δισεκατομμύρια
Ίρις Μαρία Νεφέλη με τη γοητεία του πισινού σου
όταν καθίζει ξάφνου πάνω σ’ ένα ξυράφι
Την άνοιξη αν δεν την βρεις την φτιάχνεις και ή πας να παίξεις τρικυμία ή πνίγεσαι
θέλει τουφέκι ο χρόνος,
αν επιθυμεί να γίνεις μια σκέτη ανάμνηση
κάπου στον κόσμο των κλειδιών
θα υπάρχει κάποια παρατεταμένη λύπη
και ζηλεύει σμαράγδι
το πιο σπάνιο των παιδικών μου χρόνων δάκρυ
είναι από τα αποτυπώματά μας
που θα υπάρξουν του έαρος οι επίγονοι
κανείς άλλος δεν εξέρχεται σώος
από τέτοιων αιώνων το άθροισμα
Επειδή εδώ, σ’ αυτά τα μέρη, το παν ομιλεί, ο κισσός, η βρύση, το αγροκήπιο και οι άκρες των τριών ακρωτηρίων.
Ένας κήπος όπου μου έπεσε ο λαχνός να μπω κι εγώ σπώντας βέργες ανεμώδεις,
όπως μπήκε ο Ματίς με τα χρωματιστά χαρτιά…
Πέσαν στον ύπνο οι βλάστημοι
και να βρήκε το θάρρος το φεγγάρι
να ξεμυτίσει
Μίλησε πάλι το βουνό ιερές ακατανόητες έλξεις από φύλλο σε φύλλο και κάπου ως πέρα η μισή κοιλάδα στ’ άστρα
Θάρρος τώρα είναι η στιγμή
αλλά για μας τους αδαείς της ευδαιμονίας
απαιτούνται οξύ κίτρου
και αθωότητα νηπίου αίγαγρου.
Προσοχή, το βάρος πέφτει όχι τόσο στη λέξη
όσο στη χημεία και τα παράγωγά της
για να φτάσεις στον οργασμό δεν σου χρειάζεται Σαίξπηρ…
Κι απ’ την ανάποδη φοριέται η φαντασία
και σ’ όλα τα μεγέθη της
λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ
μα ωστόσο λάμπει
αχ ομορφιά
κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ
κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΣΤΑ ΔΙΑΣΕΛΑ ΤΟΥ ΙΑΜΒΟΥ ΜΕ ΛΕΞΕΩΝ ΚΥΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΥΣ «Σ’ ΑΓΑΠΩ» ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΥΜΕ ΠΑΡΑΦΟΡΑ (ξέροντας πως πάντα θα το ξεχνάμε για χίλια μύρια ποιήματα): Κάθε βράδυ απ’ το φεγγίτη των Ονείρων παρακείμενης Σιωπής αποστηθίζω τα δύσκολα γράμματα της μοναξιάς για σένα, θηρεύτρια των Ονείρων μας, ω Ποίηση. Δώσε μας κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …[δολώματα SMS στο: 6945215827]