ΠΟΙΗΣΗ= αρνητικό του ονείρου γι’ αυτό φαινόμαστε μαύροι κι άσπροι και ζούμε τη φθορά πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα (Οδυσσέας Ελύτης)
β] ένα σύρμα που οι αναμνήσεις του όλες να ’ναι από ρεύμα ηλεκτρικό και ανύποπτα πουλιά
γ] μια κραυγή που να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αιώνια επικαιρότητα
δ] το παράλογο φαινόμενο της ανοιχτής θαλάσσης
(το παραπάνω ορισμό διατύπωσε η Μαρία Νεφέλη στο ομότιτλο έργο του Οδυσσέα Ελύτη)
β] ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
(δραματικός μονόλογος στίχων που αποσπάστηκαν από ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της ποιήσεως)
Η ποίηση όμως είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα
χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε.
Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει.
Χτυπάνε μα κανείς δεν τους ανοίγει.
Ψάχνουνε για το κλειδί.
Ακόμη και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε
μάταια γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ!
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. (Γ. Παυλόπουλος)
ΘΕΕ ΜΟΥ= τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε
ΠΟΙΗΣΗ= όνειρα που ήρθανε στα γενέθλια των γιασεμιών
ΠΟΙΗΣΗ= ένας ώμος ολόγυμνος σαν αλήθεια
ΠΟΙΗΣΗ= τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα
ΠΟΙΗΣΗ= μια τρυφερή καμπύλη που χρωστά στον πόνο την περιπέτεια της φωτοχυσίας της
ΠΟΙΗΣΗ= ένα βημάτισμα σκιάς στην όχθη της Χίμαιρας, ένα μυστικό πλυμένο και απλωμένο στη ματιά που θέλγει
ΠΟΙΗΣΗ= η αλήθεια η φούχτα του νερού καθαρού πριν απ’ τη δίψα στο άπειρο
ΠΟΙΗΣΗ= μια ιππασία στα σύννεφα
ΠΟΙΗΣΗ= πουλιά στα χίλια χρώματα των ενθουσιασμών
ΠΟΙΗΣΗ= λιγάκι πιο κοντά στη σιωπή που μάζεψε τα μαλλιά της νύχτας αυτής που ονειρεύεται γυμνό το σώμα της
ΠΟΙΗΣΗ= εσύ που ξεχνάς τον Έρωτα στα ύφαλα μέρη της ελπίδας, εσύ που ξεχνάς μεσημέρια φλόγες…
ΠΟΙΗΣΗ= εσύ που σε κάθε λέξη πολύχρωμη βιάζεις τα φωνήεντα συλλέγοντας το μέλι τους στην καρποδόχη!
ΠΟΙΗΣΗ= ω κόρη κορυφαίου θυμού που αντίκρισες τη ριψοκίνδυνη αίγλη μαζί με μια σταυροφόρο ηχώ στο πέλαγος
ΠΟΙΗΣΗ= η τρελή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου
ΠΟΙΗΣΗ= η Μαρίνα των Βράχων μ’ ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
ΠΟΙΗΣΗ= αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταύγουστου ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά
ΠΟΙΗΣΗ= αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων, στο στήθος των βαθιών ονείρων μας
ΠΟΙΗΣΗ= να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
ΠΟΙΗΣΗ= ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
ΠΟΙΗΣΗ= μια γεύση τρικυμίας στα χείλη, σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
ΠΟΙΗΣΗ= αετοφόρος άνεμος που γύμνωσε την επιθυμία ως το κόκαλο
ΠΟΙΗΣΗ= η σκυτάλη της Χίμαιρας που ριγώνει μ’ αφρό τη θύμηση
ΠΟΙΗΣΗ= οι βαθιοί κυαμώνες των άλλων κοριτσιών στις γωνίες όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα διοσμαρίνια ΠΟΙΗΣΗ= ηρωίδα ιάμβου που μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος τριγυρνάει κίτρινους κάμπους
ΠΟΙΗΣΗ= ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
ΠΟΙΗΣΗ= τρελή ροδιά που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της μ’ ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα
ΠΟΙΗΣΗ= μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυο καράβια με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε σ’ αμύριστες ακρογιαλιές
ΘΕΕ ΜΟΥ= είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι
ΠΟΙΗΣΗ= η μυστική στιγμή του δείπνου των ψαράδων κι η θάλασσα που παίζει με τη φυσαρμόνικα το μακρινό μαράζι της ωραίας γυναίκας που γύμνωσε τα στήθη της
ΠΟΙΗΣΗ= η σκόνη από τα όνειρα των κοριτσιών που ευώδιασαν βασιλικό και δυόσμο
ΠΟΙΗΣΗ= οι όμορφες που ξεπροβάλανε με δέρμα φεγγαριού για να χορέψουνε στο μεσονύχτιο αλώνι
ΠΟΙΗΣΗ= τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου την ώρα που τα σύννεφα λυσάνε τα πανιά και δίχως ήμαρτον κανένα από την αμαρτία χαράχτηκε στα πρώτα σπλάχνα του ο Θεός
ΠΟΙΗΣΗ= μια λέξη που να μη χωράει τον ουρανό αλλά να τυραννάει την άνεση του ανέμου καθώς ξεχύνεται στις χτυπημένες από την άρμη της προσδοκίας στεριές ή πάνω στα κρύα μουράγια όπου βαδίζει από αιώνες της λησμονιάς ο ίσκιος
ΠΟΙΗΣΗ= η μέρα που ’χει τεντωθεί από το κοτσάνι της κι έχει ανοίξει όλα τα χρώματα πάνω στη γη
ΘΕΕ ΜΟΥ= ο ίδιος πόθος ξαναϋφαίνεται ο κορμός όλος φλέγεται του δένδρου του ήλιου της καλής καρδιάς
ΠΟΙΗΣΗ= η καμπάνα του χωριού που ανοίγεται στον άνεμο, η κάμπια, ο κρόκος, ο αχινός, το αλφάκι του νερού, μυριάδες στόματα που φωνάζουνε και σε καλούν «Έλα λοιπόν απ’ την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα, ν’ ανακαλύψουμε τα δώρα του γυμνού νησιού»
ΠΟΙΗΣΗ= μια εποχή γεμάτη χώμα φρέσκο από χαμομήλι αμόλυντο στα γυμνά πόδια που θυμιάζουνε με φούρια πράσινη τη λαχτάρα της νεροκορφής καθώς θαμπώνουν τους δρόμους όπου χτυπούν οι πέρδικες τη βαθιά καρδιά της ευφωνίας
ΠΟΙΗΣΗ= ω τι ωραία που είσαι επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δένδρων, με τα χαρούμενα μαλλιά σου ξέπλεκα και με μια μέλισσα στη λάμψη του χορού σου ρίχνοντας τη σταλαγματιά της μέρας επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δένδρων
ΠΟΙΗΣΗ= ω τι ωραία που είσαι με τον μισό ουρανό μέσα στα μάτια σου και με τον άλλο μισό στα μάτια που αγαπάς
ΘΕΕ ΜΟΥ= έτσι συχνά όταν μιλώ για τον ήλιο μπερδεύεται στη γλώσσα μου ένα μεγάλο τριαντάφυλλο κατακόκκινο, αλλά δεν μου είναι βολετό να σωπάσω
ΠΟΙΗΣΗ= αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται ν’ αναγγέλνω την αυγή από τα ψηλά του βράχια
ΠΟΙΗΣΗ= ω σώμα του καλοκαιριού γυμνό καμένο, σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
ΠΟΙΗΣΗ= μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς, άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
ΠΟΙΗΣΗ= μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ’ έπλασες γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές ανάμεσα απ’ των γιαλών τα καλωσόρισες
ΠΟΙΗΣΗ= ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα, ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα
ΠΟΙΗΣΗ= τα φύλλα που ο ψαλμός του ήλιου αποστηθίζει, η ζωντανή στεριά που ο πόθος χαίρεται ν’ ανοίγει
ΘΕΕ ΜΟΥ= φεύγω με μια ματιά, ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς
ΠΟΙΗΣΗ= τ’ αστραφτερά μας πράγματα που ’ναι κοντά στην πρώτη απλοχεριά του πόθου
ΠΟΙΗΣΗ= χέρι με χέρι πάνε οι ερωτευμένοι όταν χτυπάνε οι καμπάνες του ήλιου
ΠΟΙΗΣΗ= πέταλο και φτερό πλαγιάς, σύννεφο και χορτάρι αθέριστο, γλαυκές οργιές ανέμου
ΠΟΙΗΣΗ= πέρα μες στα χρυσά νταριά κοιμούνται αγοροκόριστα, ο ύπνος τους μυρίζει πυρκαγιά, στα δόντια τους ο ήλιος σπαρταράει, απ’ τη μασχάλη τους γλυκά στάζει το μοσχοκάρυδο, ιδρώνει ο ήλιος, τρέμει το νερό, φωτιάς σουσάμια σιγοπέφτουνε, στάχυα ψηλά λυγιζουνε τον μελαψό ουρανό.
ΠΟΙΗΣΗ= φεγγάρι εδώ φεγγάρι εκεί, αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα, για το δικό σου το χατίρι ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα, βαθύ γαρίφαλο ακρωτήρι
ΘΕΕ ΜΟΥ= με τι βιόλες με τι πασχαλιές, θα κάρφωνα έλεος μιαν ευχή στα στήθια σου, να όριζες άλλο ριζικό εμένα!
ΠΟΙΗΣΗ= ο ήλιος ανάμεσα στα σκέλια σου να παίρνει μυρωδιά κι η κοπελίτσα στην αντικρινή στεριά να σιγοκαίγεται από τις ορτανσίες
ΠΟΙΗΣΗ= ο αγέρας που χαζεύει μες στις κυδωνιές, το ζουζούνι που πιπιλάει τα κλήματα, η πέτρα που ο σκορπιός φοράει κατάσαρκα, οι θυμωνιές μέσα στ’ αλώνια που καμώνονται το γίγαντα σε μωρά παιδιά ξυπόλυτα
ΠΟΙΗΣΗ= μια πεταλούδα που πέταξε απ’ το στήθια μας, απ’ το μικρό λευκό κλαδί της άκρης των ονείρων μας
ΠΟΙΗΣΗ= του πόθου τ’ όραμα που ξυπνάει μια μέρα σάρκα κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά, τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες
ΠΟΙΗΣΗ= το στόμα που είναι δαίμονας μιλιά κρατήρας, που είναι μεγάλο κίμινο της άνοιξης, το στόμα που σου μιλάει με τετρακόσια ρόδα, δέρνει τα δένδρα λιγώνει όλη τη γη, χύνει μες στο κορμί την πρώτη ανατριχίλα
ΠΟΙΗΣΗ= μια μαχαιριά στου μήλου τα ψαχνά, μια πίκρα στο βρακί του φρέσκου αμύγδαλου, ένα πήδημα νερού μέσα στα πράσα και το κορίτσι που δεν μπήκε ακόμη ολάκερο στον έρωτα μα κρατάει μες στην ποδιά του ένα στυφό δασάκι φρούτων
ΘΕΕ ΜΟΥ= έχω στην καρδιά μου μια χλόη ανέγγιχτη και μια βροχή νιογέννητο τριφύλλι, μα ο καταρράχτης που δεν χίμηξε είναι πιο βαθιά, πιο χαμηλά και θα χιμήξει σαν θηρίο μέρας στον Απρίλη του κοριτσιού, όταν αγγίξω την πηγή κι όταν το φάει ο ήλιος
(Οδυσσέας Ελύτης στη ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ, τη ΤΡΕΛΗ ΡΟΔΙΑ και άλλους ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥΣ προς τον ΗΛΙΟ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ)
Μικρή Πράσινη Θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Που θα ’θελα να σε υιοθετήσω
Να σε στείλω σχολείο στην Ιωνία
Να μάθεις μανταρίνι και άψινθο.
Μικρή Πράσινη Θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Στο πυργάκι του φάρου το καταμεσήμερο
Να γυρίσεις τον ήλιο και ν’ ακούσεις
Πώς η μοίρα ξεγίνεται και πώς
Από λόφο σε λόφο συνεννοούνται
Ακόμα οι μακρινοί μας συγγενείς
Που κρατούν τον αέρα σαν αγάλματα
Μικρή Πράσινη Θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα
Να μπεις απ’ το παράθυρο στη Σμύρνη
Να μου αντιγράψεις τις αντιφεγγιές στην οροφή
Από τα Κυριελέησον και τα Δόξα Σοι
Και με λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε
Κύμα το κύμα να γυρίσεις πίσω
Μικρή Πράσινη Θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Για να σε κοιμηθώ παράνομα
Και να βρίσκω βαθιά στην αγκαλιά σου
Κομμάτια πέτρες τα λόγια των θεών
Κομμάτια πέτρες τ’ αποσπάσματα του Ηράκλειτου
Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί μέσα στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δένδρο. Αυτό είναι το ΠΟΙΗΜΑ (Κική Δημουλά)
Οπότε ΠΟΙΗΣΗ είναι ο μαγικός εκείνος χώρος, στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ΟΥΡΑΝΟ (Μίλτος Σαχτούρης)
α] ΠΡΟΟΙΜΙΟ
ο Λόγος περί κάλλους από τη Μαρία Νεφέλη του Οδυσσέα Ελύτη:αν θέλετε να σας ξυπνηθεί το ένστικτο του ωραίου ακινητήσετε το:
α] δύο χέρια ωραία γυναίκας (ή και ανδρός) που να ’χουν εξοικειωθεί με τα’ αγριοπερίστεραβ] ένα σύρμα που οι αναμνήσεις του όλες να ’ναι από ρεύμα ηλεκτρικό και ανύποπτα πουλιά
γ] μια κραυγή που να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αιώνια επικαιρότητα
δ] το παράλογο φαινόμενο της ανοιχτής θαλάσσης
(το παραπάνω ορισμό διατύπωσε η Μαρία Νεφέλη στο ομότιτλο έργο του Οδυσσέα Ελύτη)
(δραματικός μονόλογος στίχων που αποσπάστηκαν από ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της ποιήσεως)
Πολλοί κοιτάζουν μέσα
χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε.
Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει.
Χτυπάνε μα κανείς δεν τους ανοίγει.
Ψάχνουνε για το κλειδί.
Ακόμη και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε
μάταια γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ!
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. (Γ. Παυλόπουλος)
ΠΟΙΗΣΗ= όνειρα που ήρθανε στα γενέθλια των γιασεμιών
ΠΟΙΗΣΗ= ένας ώμος ολόγυμνος σαν αλήθεια
ΠΟΙΗΣΗ= τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα
ΠΟΙΗΣΗ= μια τρυφερή καμπύλη που χρωστά στον πόνο την περιπέτεια της φωτοχυσίας της
ΠΟΙΗΣΗ= ένα βημάτισμα σκιάς στην όχθη της Χίμαιρας, ένα μυστικό πλυμένο και απλωμένο στη ματιά που θέλγει
ΠΟΙΗΣΗ= η αλήθεια η φούχτα του νερού καθαρού πριν απ’ τη δίψα στο άπειρο
ΠΟΙΗΣΗ= μια ιππασία στα σύννεφα
ΠΟΙΗΣΗ= πουλιά στα χίλια χρώματα των ενθουσιασμών
ΠΟΙΗΣΗ= λιγάκι πιο κοντά στη σιωπή που μάζεψε τα μαλλιά της νύχτας αυτής που ονειρεύεται γυμνό το σώμα της
ΠΟΙΗΣΗ= εσύ που ξεχνάς τον Έρωτα στα ύφαλα μέρη της ελπίδας, εσύ που ξεχνάς μεσημέρια φλόγες…
ΠΟΙΗΣΗ= εσύ που σε κάθε λέξη πολύχρωμη βιάζεις τα φωνήεντα συλλέγοντας το μέλι τους στην καρποδόχη!
ΠΟΙΗΣΗ= ω κόρη κορυφαίου θυμού που αντίκρισες τη ριψοκίνδυνη αίγλη μαζί με μια σταυροφόρο ηχώ στο πέλαγος
ΠΟΙΗΣΗ= η τρελή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου
ΠΟΙΗΣΗ= η Μαρίνα των Βράχων μ’ ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
ΠΟΙΗΣΗ= αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταύγουστου ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά
ΠΟΙΗΣΗ= αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων, στο στήθος των βαθιών ονείρων μας
ΠΟΙΗΣΗ= να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
ΠΟΙΗΣΗ= ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
ΠΟΙΗΣΗ= μια γεύση τρικυμίας στα χείλη, σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
ΠΟΙΗΣΗ= αετοφόρος άνεμος που γύμνωσε την επιθυμία ως το κόκαλο
ΠΟΙΗΣΗ= η σκυτάλη της Χίμαιρας που ριγώνει μ’ αφρό τη θύμηση
ΠΟΙΗΣΗ= οι βαθιοί κυαμώνες των άλλων κοριτσιών στις γωνίες όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα διοσμαρίνια ΠΟΙΗΣΗ= ηρωίδα ιάμβου που μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος τριγυρνάει κίτρινους κάμπους
ΠΟΙΗΣΗ= ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
ΠΟΙΗΣΗ= τρελή ροδιά που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της μ’ ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα
ΠΟΙΗΣΗ= μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυο καράβια με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε σ’ αμύριστες ακρογιαλιές
ΘΕΕ ΜΟΥ= είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι
ΠΟΙΗΣΗ= η μυστική στιγμή του δείπνου των ψαράδων κι η θάλασσα που παίζει με τη φυσαρμόνικα το μακρινό μαράζι της ωραίας γυναίκας που γύμνωσε τα στήθη της
ΠΟΙΗΣΗ= η σκόνη από τα όνειρα των κοριτσιών που ευώδιασαν βασιλικό και δυόσμο
ΠΟΙΗΣΗ= οι όμορφες που ξεπροβάλανε με δέρμα φεγγαριού για να χορέψουνε στο μεσονύχτιο αλώνι
ΠΟΙΗΣΗ= τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου την ώρα που τα σύννεφα λυσάνε τα πανιά και δίχως ήμαρτον κανένα από την αμαρτία χαράχτηκε στα πρώτα σπλάχνα του ο Θεός
ΠΟΙΗΣΗ= μια λέξη που να μη χωράει τον ουρανό αλλά να τυραννάει την άνεση του ανέμου καθώς ξεχύνεται στις χτυπημένες από την άρμη της προσδοκίας στεριές ή πάνω στα κρύα μουράγια όπου βαδίζει από αιώνες της λησμονιάς ο ίσκιος
ΠΟΙΗΣΗ= η μέρα που ’χει τεντωθεί από το κοτσάνι της κι έχει ανοίξει όλα τα χρώματα πάνω στη γη
ΘΕΕ ΜΟΥ= ο ίδιος πόθος ξαναϋφαίνεται ο κορμός όλος φλέγεται του δένδρου του ήλιου της καλής καρδιάς
ΠΟΙΗΣΗ= η καμπάνα του χωριού που ανοίγεται στον άνεμο, η κάμπια, ο κρόκος, ο αχινός, το αλφάκι του νερού, μυριάδες στόματα που φωνάζουνε και σε καλούν «Έλα λοιπόν απ’ την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα, ν’ ανακαλύψουμε τα δώρα του γυμνού νησιού»
ΠΟΙΗΣΗ= μια εποχή γεμάτη χώμα φρέσκο από χαμομήλι αμόλυντο στα γυμνά πόδια που θυμιάζουνε με φούρια πράσινη τη λαχτάρα της νεροκορφής καθώς θαμπώνουν τους δρόμους όπου χτυπούν οι πέρδικες τη βαθιά καρδιά της ευφωνίας
ΠΟΙΗΣΗ= ω τι ωραία που είσαι επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δένδρων, με τα χαρούμενα μαλλιά σου ξέπλεκα και με μια μέλισσα στη λάμψη του χορού σου ρίχνοντας τη σταλαγματιά της μέρας επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δένδρων
ΠΟΙΗΣΗ= ω τι ωραία που είσαι με τον μισό ουρανό μέσα στα μάτια σου και με τον άλλο μισό στα μάτια που αγαπάς
ΘΕΕ ΜΟΥ= έτσι συχνά όταν μιλώ για τον ήλιο μπερδεύεται στη γλώσσα μου ένα μεγάλο τριαντάφυλλο κατακόκκινο, αλλά δεν μου είναι βολετό να σωπάσω
ΠΟΙΗΣΗ= αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται ν’ αναγγέλνω την αυγή από τα ψηλά του βράχια
ΠΟΙΗΣΗ= ω σώμα του καλοκαιριού γυμνό καμένο, σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
ΠΟΙΗΣΗ= μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς, άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
ΠΟΙΗΣΗ= μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ’ έπλασες γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές ανάμεσα απ’ των γιαλών τα καλωσόρισες
ΠΟΙΗΣΗ= ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα, ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα
ΠΟΙΗΣΗ= τα φύλλα που ο ψαλμός του ήλιου αποστηθίζει, η ζωντανή στεριά που ο πόθος χαίρεται ν’ ανοίγει
ΘΕΕ ΜΟΥ= φεύγω με μια ματιά, ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς
ΠΟΙΗΣΗ= τ’ αστραφτερά μας πράγματα που ’ναι κοντά στην πρώτη απλοχεριά του πόθου
ΠΟΙΗΣΗ= χέρι με χέρι πάνε οι ερωτευμένοι όταν χτυπάνε οι καμπάνες του ήλιου
ΠΟΙΗΣΗ= πέταλο και φτερό πλαγιάς, σύννεφο και χορτάρι αθέριστο, γλαυκές οργιές ανέμου
ΠΟΙΗΣΗ= πέρα μες στα χρυσά νταριά κοιμούνται αγοροκόριστα, ο ύπνος τους μυρίζει πυρκαγιά, στα δόντια τους ο ήλιος σπαρταράει, απ’ τη μασχάλη τους γλυκά στάζει το μοσχοκάρυδο, ιδρώνει ο ήλιος, τρέμει το νερό, φωτιάς σουσάμια σιγοπέφτουνε, στάχυα ψηλά λυγιζουνε τον μελαψό ουρανό.
ΠΟΙΗΣΗ= φεγγάρι εδώ φεγγάρι εκεί, αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα, για το δικό σου το χατίρι ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα, βαθύ γαρίφαλο ακρωτήρι
ΘΕΕ ΜΟΥ= με τι βιόλες με τι πασχαλιές, θα κάρφωνα έλεος μιαν ευχή στα στήθια σου, να όριζες άλλο ριζικό εμένα!
ΠΟΙΗΣΗ= ο ήλιος ανάμεσα στα σκέλια σου να παίρνει μυρωδιά κι η κοπελίτσα στην αντικρινή στεριά να σιγοκαίγεται από τις ορτανσίες
ΠΟΙΗΣΗ= ο αγέρας που χαζεύει μες στις κυδωνιές, το ζουζούνι που πιπιλάει τα κλήματα, η πέτρα που ο σκορπιός φοράει κατάσαρκα, οι θυμωνιές μέσα στ’ αλώνια που καμώνονται το γίγαντα σε μωρά παιδιά ξυπόλυτα
ΠΟΙΗΣΗ= μια πεταλούδα που πέταξε απ’ το στήθια μας, απ’ το μικρό λευκό κλαδί της άκρης των ονείρων μας
ΠΟΙΗΣΗ= του πόθου τ’ όραμα που ξυπνάει μια μέρα σάρκα κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά, τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες
ΠΟΙΗΣΗ= το στόμα που είναι δαίμονας μιλιά κρατήρας, που είναι μεγάλο κίμινο της άνοιξης, το στόμα που σου μιλάει με τετρακόσια ρόδα, δέρνει τα δένδρα λιγώνει όλη τη γη, χύνει μες στο κορμί την πρώτη ανατριχίλα
ΠΟΙΗΣΗ= μια μαχαιριά στου μήλου τα ψαχνά, μια πίκρα στο βρακί του φρέσκου αμύγδαλου, ένα πήδημα νερού μέσα στα πράσα και το κορίτσι που δεν μπήκε ακόμη ολάκερο στον έρωτα μα κρατάει μες στην ποδιά του ένα στυφό δασάκι φρούτων
ΘΕΕ ΜΟΥ= έχω στην καρδιά μου μια χλόη ανέγγιχτη και μια βροχή νιογέννητο τριφύλλι, μα ο καταρράχτης που δεν χίμηξε είναι πιο βαθιά, πιο χαμηλά και θα χιμήξει σαν θηρίο μέρας στον Απρίλη του κοριτσιού, όταν αγγίξω την πηγή κι όταν το φάει ο ήλιος
(Οδυσσέας Ελύτης στη ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ, τη ΤΡΕΛΗ ΡΟΔΙΑ και άλλους ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥΣ προς τον ΗΛΙΟ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ)
Που θα ’θελα να σε υιοθετήσω
Να σε στείλω σχολείο στην Ιωνία
Να μάθεις μανταρίνι και άψινθο.
Μικρή Πράσινη Θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Στο πυργάκι του φάρου το καταμεσήμερο
Να γυρίσεις τον ήλιο και ν’ ακούσεις
Πώς η μοίρα ξεγίνεται και πώς
Από λόφο σε λόφο συνεννοούνται
Ακόμα οι μακρινοί μας συγγενείς
Που κρατούν τον αέρα σαν αγάλματα
Μικρή Πράσινη Θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα
Να μπεις απ’ το παράθυρο στη Σμύρνη
Να μου αντιγράψεις τις αντιφεγγιές στην οροφή
Από τα Κυριελέησον και τα Δόξα Σοι
Και με λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε
Κύμα το κύμα να γυρίσεις πίσω
Μικρή Πράσινη Θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Για να σε κοιμηθώ παράνομα
Και να βρίσκω βαθιά στην αγκαλιά σου
Κομμάτια πέτρες τα λόγια των θεών
Κομμάτια πέτρες τ’ αποσπάσματα του Ηράκλειτου
(Οδυσσέας Ελύτης, Το Φωτόδενδρο και η Δεκάτη Τετάρτη Ομορφιά)

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΣΤΑ ΔΙΑΣΕΛΑ ΤΟΥ ΙΑΜΒΟΥ ΜΕ ΛΕΞΕΩΝ ΚΥΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΥΣ «Σ’ ΑΓΑΠΩ» ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΥΜΕ ΠΑΡΑΦΟΡΑ (ξέροντας πως πάντα θα το ξεχνάμε για χίλια μύρια ποιήματα): Κάθε βράδυ απ’ το φεγγίτη των Ονείρων παρακείμενης Σιωπής αποστηθίζω τα δύσκολα γράμματα της μοναξιάς για σένα, θηρεύτρια των Ονείρων μας, ω Ποίηση. Δώσε μας κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …[δολώματα SMS στο: 6945215827]