Θε μου, δεν μπορεί να φύγει κανείς ποτέ μοναχός του
Πόσο είσαι όμορφη, μα δεν βρίσκω άλλο τρόπο να στο πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία
ή για να πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε
Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον έρωτα, μα δεν βρίσκει τίποτα
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς…
Καπνίσαμε –θυμήσου- ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ
-ξεχνώ πάνω σε τι- κι είναι κρίμα, γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον…
Τον πρώτο Μάρτη, στον πόλεμο, γνώρισα έναν Εγγλέζο θερμαστή
που μου διηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία του Σαμ Ντέυλαν
«Είναι αργά» μου είπε κάποτε «θα ’πρεπε να πηγαίνουμε
Μα δεν είναι ανάγκη επιτέλους να κλαίτε τόσο πολύ για έναν άνθρωπο που σκοτώθηκε.
Πέθανε στην αγκαλιά μου και ψιθύρισε ένα γυναικείο όνομα…
… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε
μες στις πολύβουες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες
Με μιαν επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν
Ξεχνούσες τα δάκρυα, τη χαρά και τη μνήμη μας
χαιρετώντας λευκά πανιά π’ ανεμίζονται.
Ίσως δεν μένει τίποτα άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε…
Θυμάσαι που σου ’λεγα: όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι
Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δεν θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε
Ένα μαντίλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού
Κι έβρεχε αλήθεια πολύ κι ήτανε έρημοι οι δρόμοι
με μιαν λεπτή ακαθόριστη χινοπωρινή γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι οι άνθρωποι τόσο λησμονημένοι
για την αντιγραφή κ ART ά SOS («κάθε νύχτα αποστηθίζω τα δύσκολα γράμματα της μοναξιάς ώσπου σιγά-σιγά με παίρνει ο ύπνος»)
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει:Πόσο είσαι όμορφη, μα δεν βρίσκω άλλο τρόπο να στο πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία
ή για να πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε
Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον έρωτα, μα δεν βρίσκει τίποτα
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς…
Καπνίσαμε –θυμήσου- ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ
-ξεχνώ πάνω σε τι- κι είναι κρίμα, γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον…
Τον πρώτο Μάρτη, στον πόλεμο, γνώρισα έναν Εγγλέζο θερμαστή
που μου διηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία του Σαμ Ντέυλαν
«Είναι αργά» μου είπε κάποτε «θα ’πρεπε να πηγαίνουμε
Μα δεν είναι ανάγκη επιτέλους να κλαίτε τόσο πολύ για έναν άνθρωπο που σκοτώθηκε.
Πέθανε στην αγκαλιά μου και ψιθύρισε ένα γυναικείο όνομα…
… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε
μες στις πολύβουες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες
Με μιαν επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν
Ξεχνούσες τα δάκρυα, τη χαρά και τη μνήμη μας
χαιρετώντας λευκά πανιά π’ ανεμίζονται.
Ίσως δεν μένει τίποτα άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε…
Θυμάσαι που σου ’λεγα: όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι
Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δεν θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε
Ένα μαντίλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού
Κι έβρεχε αλήθεια πολύ κι ήτανε έρημοι οι δρόμοι
με μιαν λεπτή ακαθόριστη χινοπωρινή γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι οι άνθρωποι τόσο λησμονημένοι

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΣΤΑ ΔΙΑΣΕΛΑ ΤΟΥ ΙΑΜΒΟΥ ΜΕ ΛΕΞΕΩΝ ΚΥΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΥΣ «Σ’ ΑΓΑΠΩ» ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΥΜΕ ΠΑΡΑΦΟΡΑ (ξέροντας πως πάντα θα το ξεχνάμε για χίλια μύρια ποιήματα): Κάθε βράδυ απ’ το φεγγίτη των Ονείρων παρακείμενης Σιωπής αποστηθίζω τα δύσκολα γράμματα της μοναξιάς για σένα, θηρεύτρια των Ονείρων μας, ω Ποίηση. Δώσε μας κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …[δολώματα SMS στο: 6945215827]