in MEDIAS res 69 Χρυσηίδες Ρέμβης:
[Τόσα χρόνια μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, γράφω και ξαναγράφω αυτό τον Φαύλο Δούρειο στίχο, λευκή και απρόσιτη παρομοίωση στ' αναφορικό φεγγαρόφωτο, απλή σκέψη πτερόεντος λόγου άμεμπτων συμβολισμών ΕΠΙΟΥΣΙΑΣ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑΣ. Ένας στίχος που είναι να βγει… να κρυφτούμε πίσω απ’ τις εικόνες των λέξεων του. Ιδού:]
μαγνάδι του κοριτσιού
από ένα άλλο στίχο πορφυρογέννητο
μήλον της έριδος
λέξη που δεν βρέθηκε ακόμα
να φυλακίζει μύχιες υποσχέσεις στο ποίημα,
λεοντή στην απαστράπτουσα περίοδο του ονείρου
τι άλλο θα εισχωρήσει στο τουμπανιασμένο ποίημα
σαν υγρασία σιωπηλή και δόλια
που καταβρόχθισε τη γονιμότητα
του αναστεναγμού των φύλλων;
ποια ανταύγεια θα ποτίσει μ’ όνειρα λέξεων
την ήβη που σκιρτά
αεί γηράσκουσα
και νυν καιόμενη βάτος;
η θητεία σου στο στρουκτουραλισμό αντίποινο βραχνό
ζωή αβάσταχτα μικρή
γλιστρά σαν το φτερούγισμα πουλιών
η ένταση όμως της στιγμής
έτη φωτός
καθώς διεκδικεί τη μοίρα της μέσα στο ποίημα:
να φανερώσει αυτά που είναι καλά κρυμμένα,
να κρύψει αυτό που είναι φανερό και με γυμνό το μάτι
μέσα συθέμελη ζωή
μετείκασμα θνητό
κύμβαλο άλλοθι
που κουβανώ on line στο P.C. μου
18η ΧΡΥΣΗΙΔΑ ΡΕΜΒΗΣ: Μεσούρανα της νοσταλγίας μαγικού ρεαλισμού
υποδύεται ένα μοβ ποτιστήρι
μεσούρανα της νοσταλγίας μαγικού ρεαλισμού
γλάστρες με τους φίκους μυτίζουν τους πόθους της νύχτας
αναδύεται από το παραλήρημα κορυφαία σιωπή
ξόρκι στον εξπρεσιονισμό δίσεχτου χειμώνα
όπως η βροντή του σύννεφου
απ’ το βλέμμα της αστραπής
έτσι κρέμεται σε μια κλωστή
κατηγορικός ο στίχος
να ’χεις στο νου
τη γραμμική του ποιήματος υπόσχεση
στα ιερογλυφικά του ονείρου
να ’χεις στο νου σου το φιλί
σαν προκαταρκτικό παράθυρο στα πλάτη του ανέμου
μαυλίζοντας χρώματα και μουσικές
όσο πιο δυνατή η περιγραφή
τόσο καλύτερα χτενίζω την κοτσίδα της
[από μηχανής ΘΕΟΙ λέξεων από την ανέκδοτη e-συλλογή ΕΡΜΑΙΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΛΕΡΝΑΙΑΣ ΕΜΜΟΝΗΣ (Νόστιμον ήμαρ για την Κολχίδα της Ποίησης κτλ, κτλ) όπου αυτοσαρκάζοντας τον αδιέξοδο ποιητικό μου οίστρο, δολώνω μ’ άδειους στίχους αγκίστρια μεταξένιων συνειρμών μήπως και πιάσω μεστή τη διάθεσή σου για ονειροπολήσεις (όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει λυρισμό κι ωραία λόγια). Γένοιτο - αλλά «φοβού τους ποιητής και στίχους φέροντας»]
Μ’ ένα ταξίδι στο βλέμμα να σκίζει το φόντο
[Τόσα χρόνια μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, γράφω και ξαναγράφω αυτό τον Φαύλο Δούρειο στίχο, λευκή και απρόσιτη παρομοίωση στ' αναφορικό φεγγαρόφωτο, απλή σκέψη πτερόεντος λόγου άμεμπτων συμβολισμών ΕΠΙΟΥΣΙΑΣ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑΣ. Ένας στίχος που είναι να βγει… να κρυφτούμε πίσω απ’ τις εικόνες των λέξεων του. Ιδού:]
17η ΧΡΥΣΗΙΔΑ ΡΕΜΒΗΣ: Μέσα συθέμελη ζωή
από ένα άλλο στίχο πορφυρογέννητο
μήλον της έριδος
λέξη που δεν βρέθηκε ακόμα
να φυλακίζει μύχιες υποσχέσεις στο ποίημα,
λεοντή στην απαστράπτουσα περίοδο του ονείρου
τι άλλο θα εισχωρήσει στο τουμπανιασμένο ποίημα
σαν υγρασία σιωπηλή και δόλια
που καταβρόχθισε τη γονιμότητα
του αναστεναγμού των φύλλων;
ποια ανταύγεια θα ποτίσει μ’ όνειρα λέξεων
την ήβη που σκιρτά
αεί γηράσκουσα
και νυν καιόμενη βάτος;
η θητεία σου στο στρουκτουραλισμό αντίποινο βραχνό
ζωή αβάσταχτα μικρή
γλιστρά σαν το φτερούγισμα πουλιών
η ένταση όμως της στιγμής
έτη φωτός
καθώς διεκδικεί τη μοίρα της μέσα στο ποίημα:
να φανερώσει αυτά που είναι καλά κρυμμένα,
να κρύψει αυτό που είναι φανερό και με γυμνό το μάτι
μέσα συθέμελη ζωή
μετείκασμα θνητό
κύμβαλο άλλοθι
που κουβανώ on line στο P.C. μου
18η ΧΡΥΣΗΙΔΑ ΡΕΜΒΗΣ: Μεσούρανα της νοσταλγίας μαγικού ρεαλισμού
στο μπαλκόνι του φθινόπωρου
το κορίτσι με τις δίδυμες πλεξίδεςυποδύεται ένα μοβ ποτιστήρι
μεσούρανα της νοσταλγίας μαγικού ρεαλισμού
γλάστρες με τους φίκους μυτίζουν τους πόθους της νύχτας
αναδύεται από το παραλήρημα κορυφαία σιωπή
ξόρκι στον εξπρεσιονισμό δίσεχτου χειμώνα
όπως η βροντή του σύννεφου
απ’ το βλέμμα της αστραπής
έτσι κρέμεται σε μια κλωστή
κατηγορικός ο στίχος
να ’χεις στο νου
τη γραμμική του ποιήματος υπόσχεση
στα ιερογλυφικά του ονείρου
να ’χεις στο νου σου το φιλί
σαν προκαταρκτικό παράθυρο στα πλάτη του ανέμου
μαυλίζοντας χρώματα και μουσικές
όσο πιο δυνατή η περιγραφή
τόσο καλύτερα χτενίζω την κοτσίδα της
[από μηχανής ΘΕΟΙ λέξεων από την ανέκδοτη e-συλλογή ΕΡΜΑΙΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΛΕΡΝΑΙΑΣ ΕΜΜΟΝΗΣ (Νόστιμον ήμαρ για την Κολχίδα της Ποίησης κτλ, κτλ) όπου αυτοσαρκάζοντας τον αδιέξοδο ποιητικό μου οίστρο, δολώνω μ’ άδειους στίχους αγκίστρια μεταξένιων συνειρμών μήπως και πιάσω μεστή τη διάθεσή σου για ονειροπολήσεις (όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει λυρισμό κι ωραία λόγια). Γένοιτο - αλλά «φοβού τους ποιητής και στίχους φέροντας»]

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΣΤΑ ΔΙΑΣΕΛΑ ΤΟΥ ΙΑΜΒΟΥ ΜΕ ΛΕΞΕΩΝ ΚΥΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΥΣ «Σ’ ΑΓΑΠΩ» ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΥΜΕ ΠΑΡΑΦΟΡΑ (ξέροντας πως πάντα θα το ξεχνάμε για χίλια μύρια ποιήματα): Κάθε βράδυ απ’ το φεγγίτη των Ονείρων παρακείμενης Σιωπής αποστηθίζω τα δύσκολα γράμματα της μοναξιάς για σένα, θηρεύτρια των Ονείρων μας, ω Ποίηση. Δώσε μας κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …[δολώματα SMS στο: 6945215827]