Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Δημήτρης Δημητριάδης, Ένα μόνιμο φως πόνου κι αξόδευτης αγάπης πλανιόταν στη χιλιετία της Συνειδητής Πολυσχιδούς Σχιζοφρένειας

Επικράτησε το δίκαιο των μελαγχολικών: οι λέξεις απόκτησαν μια πρωτοφανή ένταση κι έτσι όλοι σκέφτονταν πολύ ποιες θα χρησιμοποιήσουν, γιατί ορισμένες μπορούσαν τώρα να κάψουν ανεπανόρθωτα τη γλώσσα… 

Όπως ο πρώτος κύκλος που σχηματίζει η πέτρα στο νερό, όταν τη ρίξεις από χαμηλά αλλά με παθιασμένη απελπισία… Τα νήματα που πλέκουν το σχοινί για τον πνιγμό και τη σωτηρία είναι: ο χωρισμός τω φυλών, η στειρότητα, η άσκοπη φυγή, η στράτευση, ο παντοειδής πόλεμος, οι σπαρτοί εχθροί, η ερωτική ανατροπή, η ήττα, η κατοχή, η υποδοχή του φόνου, η εξαγρίωση της αμαρτίας και της αρετής, και ο άνδρας, το ανδρογύναιο, η γυναίκα σφίγγοντας τη ζωή με τα δόντια, ένα κομμάτι αιμόφυρτου λόγου (από το ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ του Δ.Ν. Μαρωνίτη για το ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑ ΧΩΡΑ)


δ] Μεταφυσικές του Δόγματος μέσα σε μια αιωνιότητα αμείωτου κενού

(…) Και τη χρονιά εκείνη που καμιά γυναίκα δεν έπιασε παιδί κι οι άνδρες στέκονταν δυο δυο στους δρόμους και τα καφενεία κι έφτυναν ο ένας στο πρόσωπο του άλλου σα να ’φτυναν όμως ο καθένας το δικό του πρόσωπο κι έπειτα φεύγανε αγκαλιασμένοι και ζευγάρωναν μεταξύ τους σε σκοτεινά υπόγεια ή χλιαρά πλυσταριά όπου δεν μπορούσαν να τους ανακαλύψουν οι ξέφρενες γυναίκες με την επιδημία της ακαρπίας σφηνωμένη στα σπλάχνα τους – τους έψαχναν στα μπορντέλα και τα μπαρ, κι αυτό το ψάξιμο το μάταιο τις έκανε ακόμα πιο όμορφες, πιο λιμπιστερές, πιο μαγνητικές, πιο γυναίκες, πιο ικανές να προκαλέσουν ξέφρενους έρωτες, πιο απαλές, τύλιγε τις ανιχνευτικές κινήσεις τους με μια μαρμαρυγή απελπισίας που χαραζόταν στο μυαλό του θεατή και δεν έφευγε ποτέ, γιατί με αυτό το ψάξιμο οι γυναίκες κατάλαβαν πως υπάρχουν πολλών ειδών απελπισίες και πως ένα είδος τους ανήκει αποκλειστικά και στους αιώνες –

τη χρονιά εκείνη έγιναν οι περισσότερες συνωμοσίες στα ανώτατα κρατικά κλιμάκια, κοπάδια βουλευτών εξαγοράζονταν και προχωρούσαν κορδωμένοι στην ακριβώς αντίθετη παράταξη μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν προσωπικές ή οικογενειακές φιλοδοξίες (ένας, λένε, δέχθηκε να γίνει υπουργός για να δώσει μια τελευταία χαρά στην ετοιμοθάνατη γριά μητέρα του γιατί την είχε φάει το μαράζι που ο γιος της είχε γεράσει βουλευτής), οι φανατικοί πατριώτες κι εθνικόφρονες φυγάδευσαν περιουσίες ολόκληρες στο εξωτερικό με τη βοήθεια των αλληλοκαθρεφτιζόμενων καθεστώτων που ορισμένοι από αυτούς τα κρατούσαν με τα λεφτά τους και τις διασυνδέσεις τους στην εξουσία, (…)

οι κυβερνήσεις διαδέχονταν η μια την άλλη μ’ ένα πυρετώδη ρυθμό αλληλουχίας αποτυχιών, εγκλημάτων κι αναρίθμητων μορφών ανικανότητας που έφτανε στα όρια της πνευματικής παραλυσίας, φρενιασμένοι οπαδοί πεθαμένων πολιτικών αρχηγών τους έβγαλαν από τους τάφους τους και κρατώντας τους ψηλά στα λασπωμένα φέρετρά τους, τους περιέφεραν στους δρόμους ζητώντας με εξτρεμιστικά συνθήματα την επαναφορά τους στην ενεργό πολιτική γιατί υποστήριζαν πως μόνο αυτοί θα γλίτωναν τη χώρα απ’ την ολοκληρωτική της εξαφάνιση, (…)

φανατισμένοι λόγιοι έβγαιναν στα μπαλκόνια τους και παρακινούσαν τα σαστισμένα πλήθη ν’ απαρνηθούν τη ζωή, να τρέφονται μόνο με ρίζες και ν’ αναπαράγονται πλαγιάζοντας με ακρωτηριασμένα αγάλματα, μέσα σε μια συναισθηματική κι ιδεολογική παράκρουση όμοια μ’ εκείνων που προσπαθούσαν να επέμβουν στην καυτή πραγματικότητα για να την αλλάξουν ριζικά εφαρμόζοντας πολιτικά προγράμματα που ήταν επινοήσεις άλλων εποχών

-πρόκειται για τις περιπτώσεις που ονομάστηκαν «Μεταφυσικές του Δόγματος» και που θεωρούνται απ’ τα βαρβαρότερα εγκλήματα εκ προμελέτης-. (…) οι δολοφονίες έφτασαν σε ασύλληπτη συχνότητα και ωμότητα, άνθρωποι εξαφανίστηκαν για πάντα μέσα σε μια νύχτα και ποτέ κανείς δεν ξανάκουσε να γίνεται λόγος γι’ αυτούς. Ανοίχτηκαν ομαδικοί τάφοι σ’ απόμερα νεκροταφεία των πόλεων κι αδειάστηκαν εκεί μέσα σωροί σωμάτων που θερίστηκαν σε ώρες κομματικής τύφλωσης, στήθηκαν παντού αυτοσχέδια εκτελεστικά αποσπάσματα που τουφέκιζαν στο όνομα της εδαφικής ακεραιότητας, της εθνικής ανεξαρτησίας και της φυλετικής ακμής, (…)

και Καραγιάννης Π. απέκτεινεν τον Καραγιάννην Χ., Βασιλειάδης δε απέκτεινεν τον Νικολαϊδην, Ανδικόπουλος δε απέκτεινεν τον Σολωμονίδην και τους αδελφούς αυτού, Δρόσος δε απέκτεινεν τον Κέλλην, Φερεντίνος δε απέκτεινεν τον Γκούμαν, Ζηκίδης δε απέκτεινεν τον Σμυρνέογλου και τους υιούς αυτού, Χατζηπροδρόμου Μ. απέκτεινεν τον Χατζηπροδρόμου Φ., Κωστόπουλος δε απέκτεινεν τον Δεληπέρου, Παγουλάτος δε απέκτεινεν τον Φωτιάδην και τον Γκελέκαν και τον Δημητρίου, Βλασσόπουλος δε απέκτεινεν τον Αποστολόπουλον, Κωνσταντινίδης δε απέκτεινεν τον Ματθαίου και τους αδελφούς αυτού, Νοταράς Β. απέκτεινεν τον Νοταράν Π. και τον Νοταράν Ε…

άρχισαν να επαληθεύονται οι πιο δυσοίωνες προβλέψεις των μέντιουμ, εξαφανίστηκαν απ’ όλες τις βιβλιοθήκες οι πλατωνικοί διάλογοι (…) σε κανένα μουσικό κομμάτι δεν ακουγόταν πια βιολί, μέσα από καμιά φωτογραφική μηχανή προβολής δεν μπορούσε να περάσει φως, (…) απ’ τα μυθιστορήματα έμειναν μόνον οι διάλογοι και από τα θεατρικά έργα μόνον οι σκηνικές οδηγίες (…) οι διαγνώσεις των γιατρών έβγαιναν πάντα λαθεμένες (…)

κοιμητήρια ολόκληρα ανυψώθηκαν στον αέρα σα σμήνη πουλιών φωσφορίζοντας, άνθρωποι έτρεχαν ολημερίς στους δρόμους γελώντας ασταμάτητα όπως γελάει κανείς στον ύπνο του κι ένα μόνιμο φως πόνου κι αξόδευτης αγάπης πλανιόταν πάνω απ’ όλα τα κτίσματα δίνοντας στο συνολικό τοπίο όψη συσπασμένου προσώπου παρθένας που, θέλοντας να ξεπεράσει το φραγμό της παρθενίας της αλλά φοβούμενη την επαφή με άνδρα, μπήγει με την ανεξέλεγκτη και σεισμική λύσσα των απελπισμένων, ένα λοστό μέσα στον κόλπο της ουρλιάζοντας «θεέ μου, θεέ μου» με το κεφάλι στραμμένο σαν της πέρδικας προς τον ουρανό και σμίγοντας τις δύο άκρες της ζωής μέσα στον κοχλαστό πίδακα του μυρωμένου αίματός της.

Γιατί είχαν μαζευτεί πάρα πολλά μες στις καρδιές των ανθρώπων, τόσο που οι καρδιές δεν άντεχαν να κρατάνε άλλο μέσα τους. Η προέλαση του εχθρού επιτάχυνε αυτό που από αιώνες προετοιμάζονταν, κι αναζωπύρωσε ελπίδες που είχαν αμέτρητες φορές διαψευστεί από τους ντόπιους άρχοντες.

Είχε φθάσει το πλήρωμα του χρόνου. Καθώς τα εχθρικά στρατεύματα βυθίζονταν μέσα στη χώρα, συνέβαιναν ιστορικές ανακατατάξεις που επανέφεραν ρωμαλέο, έπειτα από αιώνες αποκλεισμού του, το πολυμέτωπο βασίλειο της φαντασίας που θρονιάστηκε μέσα σ’ όλα τα κεφάλια εγκαινιάζοντας το νέο ιστορικό κύκλο. (…)

Οι νόμοι ακυρώθηκαν με την αυτοκατάργησή τους. Οι θεσμοί αντιστράφηκαν κι άρχισε να εφαρμόζεται το εντελώς αντίθετό τους. (…) Μέσα σε μια στιγμή πραγματοποιήθηκε το όνειρο, ανεκδήλωτο, γενεών και γενεών, το πέρασμα δηλαδή στη χιλιετία της Συνειδητής Πολυσχιδούς Σχιζοφρένειας (ίνα πληρωθή το ρηθέν Κυρίου δια του προφήτου λέγοντος: αύτη έσεται η του μέλλοντος υγεία, το οποίον μεθερμηνευόμενο σημαίνει ότι εξέλιπε δια παντός ο μονοδιάστατος άνθρωπος).

Επικράτησε το δίκαιο των μελαγχολικών. Άρχισαν να νομοθετούν οι σιωπηλοί και οι μοναχικοί. Όλοι άκουγαν με θρησκευτική ευλάβεια τη γνώμη εκείνων που πριν τους είχαν κατατάξει στην κατηγορία των ανωμάλως διακειμένων. (…) Δημιουργήθηκαν νέες παρανομίες των ενστίκτων, ενώ οι προαιώνιες έπαψαν πια ν’ αποτελούν αιτίες χλεύης κι αναγορεύτηκαν σε στυλοβάτες της κρατικής πολιτικής, εσωτερικής και εξωτερικής. (…) Νομιμοποιήθηκε πια το έγκλημα αποτελώντας πια τον άξονα κάθε δημόσιας και πάνδημης εκδήλωσης. (…) Πολλαπλασιάστηκαν τα κρούσματα των παράφορων ερώτων και των απροκάλυπτων ιλιγγιωδών ερωτικών εξομολογήσεων και προσφορών. (…) Όλοι ανακηρύχθηκαν άγιοι κι άρχισαν ν’ αλληλολατρεύονται.

Οι λέξεις απόκτησαν μια πρωτοφανή ένταση κι έτσι όλοι σκέφτονταν πολύ ποιες θα χρησιμοποιήσουν, γιατί ορισμένες μπορούσαν τώρα να κάψουν ανεπανόρθωτα τη γλώσσα. (…)

[Η αθανασία είναι οι λέξεις αλλά η μοναξιά είναι άγριο πράγμα. Λίγοι στα γράμματα μας ξέρουν να περιοδεύουν σωστό το λόγο. Ο Δημητριάδης έκλεισε συμβόλαιο με την Αριάδνη: μπαίνει και βγαίνει στο Λαβύρινθο, δίχως να χάνεται. Δρόμοι, σταθμοί, στενά, πτυχές της γης, η γη κουνιέται και στις ρωγμές της βγαίνουν αποσιωπητικά:
Υστερόγραφη προσευχή: «Ω ανθρώπινο σπέρμα, εσύ που είσαι η πηγή όλων των ζωτικών εκλύσεων και βεβηλώσεων, ω σάλιο που μοσχομυρίζεις σάρκες ριγηλές με τις αιχμές της ανατρεπτικής ομορφιάς και της ερωτικής μανίας, ω σώμα που ένα σώμα σφύζον σαν εσένα θα ’θελα να ’ναι το τελικό μου φέρετρο για να ανασαίνει γύρω μου το αίμα σου και η λαχτάρα της κατάκτησής σου να γίνει το απόγειο κι η στέψη του θανάτου μου, κι ω λαβύρινθε  της αχανούς πολύκλαδης ψυχής μου που με παιδεύει με τ’ αδηφάγα πλήθη της, ως πότε, ζώο ριζοφάγο, γεωχαρές, βορβορόφιλο, θα κλείνεσαι μες τη σαπίλα και στη δίνη των ρηχών ανταποδόσεων, ως πότε θα με εμποδίζεις εκουσιακούσια να πατήσω σ’ εκείνο το σημείο απ’ όπου θα ’χω πια την αντοχή να δίνω σ’ όλα τα πρόσωπα φωνή, πρόσωπο σ’ όλες τις φωνές; Ω σιωπή μεγάλη σαν το βαθύ λαμπύρισμα των άστρων, σώσον με…»]

 αυτός ο άνθρωπος άναψε ένα βράδυ όλα τα φώτα του μυαλού του και έφτιαξε μιαν έκρηξη, που θα μπορούσε να είναι και δική μας, αν είχαμε περισσότερη τόλμη –δίχως εντόσθια στο κεφάλι και εγκεφαλικά κύτταρα στην κοιλιά – ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑ ΧΩΡΑ, του Δημήτρη Δημητριάδη, ΑΓΡΑ 1978 με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο το σχέδιο του μυθιστορήματος] 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΣΤΑ ΔΙΑΣΕΛΑ ΤΟΥ ΙΑΜΒΟΥ ΜΕ ΛΕΞΕΩΝ ΚΥΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΥΣ «Σ’ ΑΓΑΠΩ» ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΥΜΕ ΠΑΡΑΦΟΡΑ (ξέροντας πως πάντα θα το ξεχνάμε για χίλια μύρια ποιήματα): Κάθε βράδυ απ’ το φεγγίτη των Ονείρων παρακείμενης Σιωπής αποστηθίζω τα δύσκολα γράμματα της μοναξιάς για σένα, θηρεύτρια των Ονείρων μας, ω Ποίηση. Δώσε μας κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …[δολώματα SMS στο: 6945215827]