Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Αργύρης Χιόνης, Η ποίηση πρέπει να ’ναι ένα ζαχαρωμένο βότσαλο, πάνω που θα ’χεις γλυκαθεί να σπας τα δόντια σου

Είμαι ένα ρολόι κουρδισμένο ισόβια κι έχω ένα ρολόι να μετρώ το χρόνο να ρυθμίζω έτσι τη ζωή μου! Τι το ’θελα τα μάτια να σηκώνω προς τον ήλιο  με κέρινο μυαλό να κάνω όνειρα φωτιάς!

[Είπες βαθιά θα σκάψεις μες στον εαυτό σου, να τον γνωρίσεις, να τον καταχτήσεις ίσως. Μα τι νόμισες πως είναι ο εαυτός σου, ορυχείο στοές ν’ ανοίγεις και ν’ αναζητάς φλέβες χρυσάφι, φλέβες κάρβουνο! Ή μήπως νόμισες πως είναι χώρος αρχαιολογικός που κρύβει μέσα του στρώματα- στρώματα πολιτισμούς χαμένους. Ένα κομμάτι πονεμένη σάρκα είσαι κι όσο κι αν σκάψεις μέσα σου βαθιά δε θα ’βρεις παρά αίμα σκοτωμένο κι αίμα ζωντανό και τρόμο για το σκοτωμένο αίμα]


Α. ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΝ (από την ποιητική συλλογή ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ, Εκδόσεις Εγνατία Σειρά ΤΡΑΜ/λογοτεχνία 1978)

γ
Είμαι η λυκοπαγίδα κι είμαι ο λύκος
που πιάστηκε σ’ αυτή
Κανένας δεν το βλέπει δεν το ξέρει
Ούτε εκείνοι που με χαιρετούν από μακριά
Ούτε αυτοί που μ’ αγκαλιάζουν ή μου σφίγγουνε το χέρι
Τόσο έντεχνα έχω πνίξει μέσα μου το ουρλιαχτό
Του θριάμβου το ουρλιαχτό του πόνου

Κυκλοφορώ ανάμεσά τους μ’ άνεση φορώντας
Το πιο αδιάφορο χαμόγελο το πιο καθημερινό
Ενώ οι δαγκάνες μου χώνονται βαθιά
Όλο και πιο βαθιά μες στα πλευρά μου

ε
Βέβαια είμαι κύριος των κινήσεων μου
Μπορώ να δώσω εντολή στα πόδια μου
να μ’ οδηγήσουν δεξιά αριστερά
Μπρος πίσω κάτω πάνω πολύ πάνω
Αν ασκηθώ και θέλω γίνεται να φτάσω
Πολύ ψηλά αφάνταστα ψηλά
Όμως ποτέ δε θα μπορέσω
Να σκαρφαλώσω στο κεφάλι μου
Παράξενο αλήθεια να μπορώ
Τόσο ψηλά να φτάσω και να μην μπορώ
Να σκαρφαλώσω στο κεφάλι μου

στ
Είμαι δυστυχισμένος γύρω μου
Συμβαίνουν ποιήματα συμβαίνουν άστρα
Συμβαίνουν λουλούδια κι άλλα
Ουράνια σώματα κι επίγειοι γαλαξίες
Κι υπόγειοι ποταμοί κι εγώ δεν είμαι
Παρά ένας ψαράς στην όχθη του εαυτού του

Ρίχνω τ’ αγκίστρι και δε βγάζω
Παρά τ’ αγκίστρι ούτε ένα ψάρι
Ψάρι πίστη ψάρι σύμβολο ούτε ένα
-Κι αυτό’ ναι το χειρότερο –
Ψάρι ελπίδα για την πείνα μου

ζ
Ο κυνηγάρης σκύλος όταν
Δεν έχει τίποτα να κυνηγήσει
Κυνηγάει την ουρά του

Όταν την πιάσει γίνεται ένα
Μηδενικό που όλο μικραίνει
Γιατί την τρώει την ουρά του
Κι ύστερα αρχίζει το κορμί να τρώει
Ώσπου να φτάσει στο λαιμό στην κεφαλή και στο μουσούδι
Ο κυνηγάρης σκύλος όταν
Δεν έχει τίποτα να κυνηγήσει
Τελειώνει μέσα στις μασέλες του

η
Μέσα στη μοναξιά μου είναι ένα σπίτι
Όπου κατοικώ εγώ
Με μέσα μου τη μοναξιά μου
Όπου βρίσκεται το σπίτι
Όπου κατοικώ εγώ κι η μοναξιά μου


Β. ΤΕΡΑΤΑ (από την ποιητική συλλογή ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ, Εκδόσεις Εγνατία Σειρά ΤΡΑΜ/λογοτεχνία 1978)

                   α
Τα κόκαλά μας είναι κάτι
Πίφερα φλάουτα φλογέρες που ένας
Κακός θεός τα ’φραξε με μεδούλι
Τα ’θαψε κάτω από στρώματα πολλά
Σάρκας και λίπους και είναι
Μια θλίψη τώρα τ’ άκουσμα των ήχων
Που βγαίνουν απ’ τα πλαδαρά κορμιά τους
Μια θλίψη ανυπόφορη όταν ξέρεις
Πως μέσα μας βαθιά υπάρχει τόση
Πνιγμένη μουσική

                  β
Βλέφαρα δεν έχουνε τα μάτια μας
Κοιτάμε κοιτάμε αδιάκοπα κοιτάμε
Ακόμα κι όταν τίποτα δεν βλέπουμε

Ήχο δεν έχουν τα λαρύγγια μας
Μιλάμε αδιάκοπα τα χείλια μας κουνάμε
Λαλιά καμιά δεν βγαίνει από το στόμα μας

Είμαστε ψάρια δίποδα σε τούτο τον επίγειο βυθό

                   γ
Είμαστε κάτι πτωματόμυγες
Απάνω στο κουφάρι του καιρού μας
Γεννηθήκαμε
Μες τα ρουθούνια μες στα άδεια μάτια του
Θρεφόμαστε
από τις σαπισμένες σάρκες του

Η σκέψη μας είναι βούισμα φτερών
Η ομιλία μας είναι βούισμα φτερών
Το κλάμα μας είναι βούισμα φτερών
Το γέλιο μας είναι βούισμα φτερών
Το τραγούδι μας είναι βούισμα φτερών

Προορισμός μας
Η μετάδοση των μικροβίων

                   δ
Είμαστε καραμέλες
Πάνω στης αιωνιότητας τη γλώσσα
Λιώνουμε και τελειώνουμε
Μέσα στο σκοτεινό της καταπιώνα.

                   ε
Είμαστε σαν το γρασίδι των δημόσιων κήπων
Κάθε τόσο μας κουρεύουν σίρριζα τη σκέψη
Χάριν συμμετρίας

                   στ
Αν τα μαλλιά δεν παίρναν δύναμη
Απ’ το κορμί μας μα του δίναν
Θα ’τανε ρίζες κι εμείς θα ’μασταν
Δένδρα αντεστραμμένα
Θα ’μασταν κάτι

Τώρα δεν είμαστε άλλο από μια θέληση
Να ’μαστε κάτι

                   ζ
Μέσα στο έγκλημα  νιώθω όπως το ψάρι στο νερό
Όπως ο αστός μες στο κουστούμι του
Σκοτώνω αδιάκοπα σκοτώνω μόνο και μόνο
Για τη χαρά του σκοτωμού χωρίς αιτία
Χωρίς λογική μίσος εκδίκηση ή πείνα
Σφαγές παράλογες όπως της χορτασμένης τίγρης

Τα πτώματα τα παραχώνω βέβαια σε μέρος σίγουρο
Μες στο κεφάλι μου στο στήθος μου είμαι ένα
Νεκροταφείο κινητό θυμάτων
Ένας Άδης σκοτεινός την είσοδό μου
Φυλάει ακοίμητο ένα γέλιο –Κέρβερος

 Γ. ΙΣΚΙΟΙ (από την ποιητική συλλογή ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ, Εκδόσεις Εγνατία Σειρά ΤΡΑΜ/λογοτεχνία 1978)

                   α
Τι το ’θελα αυτό το κατακόρυφο ταξίδι
Δεν θα ’ταν πιο καλά να μείνω εκεί
Μέσα στη σιγουριά του λαβυρίνθου
Μέσα στης μοίρας τ’ άντερα που με χωνεύαν
Αργά αργά κι ανώδυνα τι το ’θελα
Τα μάτια να σηκώνω προς τον ήλιο
Με κέρινο μυαλό να κάνω όνειρα φωτιάς

                   β
Τα μεγάλα όνειρα που είχαμε κάποτε
Ήταν κάτι πολύχρωμα μπαλόνια που μας χάριζαν
Αφού υποσχόμασταν να τρώμε όλη τη σούπα μας

Δεμένα στο σπαγγάκι τα κρατούσαμε
Κι εκείνα μας τραβούσαν ελαφρά το δάχτυλο
Σα να επιχειρούσαν να μας πάρουνε
Μαζί τους για μια πτήση στον αγέρα

Πολύχρωμα γκαζιού μπαλόνια που ’σκαγαν
Κάθε φορά που συναντούσαν το μοιραίο τσιγάρο
Αφήνοντας να κρέμεται στο δάχτυλό μας το σπαγγάκι
Και στην άκρη του τον απαγχονισμένο τους λαιμό

                   ε
Ας κλείσουμε τα μάτια κι ας κρυφτούμε
Κάτω απ’ τα βλέφαρά μας στο σκοτάδι
Πιο σίγουρο κρησφύγετο δεν έχει
Για να γλιτώσουμε απ’ τους κυνηγούς μας
Η νύχτα είναι η μοναδική καταφυγή μας
Μα δε φτάνει πάντα φτάνει
Η μέρα φέρνοντας μαζί της
Τους κυνηγούς με τα σκυλιά και τη θηλιά

Ας κλείσουμε τα μάτια μας λοιπόν
Κάτω απ’ τα βλέφαρά μας ας κρυφτούμε
Να διαιωνίσουμε τη νύχτα

                   θ
Είπες βαθιά θα σκάψεις μες στον εαυτό σου
Να τον γνωρίσεις να τον καταχτήσεις ίσως

Μα τι νόμισες πως είναι ο εαυτός σου ορυχείο
Στοές ν’ ανοίγεις και να αναζητάς
Φλέβες χρυσάφι φλέβες κάρβουνο
Ή μήπως νόμισες πως είναι χώρος αρχαιολογικός
Που κρύβει μέσα του στρώματα στρώματα
Πολιτισμούς χαμένους

Ένα κομμάτι πονεμένη σάρκα είσαι
Κι όσο κι αν σκάψεις μέσα σου δε θα ’βρεις
Παρά αίμα σκοτωμένο κι αίμα ζωντανό
Και τρόμο για το σκοτωμένο αίμα

                   ι
Τίποτα μην κοιτάς από κοντά
Κι η πιο γερή αλήθεια έχει ρωγμές ψευτιάς
Κι η πιο λαμπρή αλήθεια έχει σκιές βλακείας
Τα νύχια του περιστεριού είναι αρπαχτικά
Ο ύπερος του ρόδου είναι μια κάμπια
Μείνε καλύτερα στο πέταγμα
Μείνε στο χρώμα και την κίνηση
Μείνε στη γενική αρμονία

Ποτέ σου μην κοιτάς από κοντά
Ό,τι κοντά σου θέλεις να κρατήσεις
Ακόμα και το πιο αγαπημένο πρόσωπο
Το πιο ωραίο έχει πόρους
Μπορεί να σου φανεί τοπίο σεληνιακό
Μπορεί να απομακρυνθεί πολύ αν πλησιάσεις

                   ιβ
Είμαι μια τελεία μια ελάχιστη τελεία
Πάνω σ’ ένα άσπρο άγραφο χαρτί
Τέλος μιας πρότασης νοητής
Αρχή μιας άλλης το ίδιο νοητής

Αυτός που μ’ έβαλε σαν με είδε μόνη
Έγραψε γύρω μου ένα κύκλο

Τώρα εδώ είναι η απορία
Το ’κανε για να με προστατέψει
Απ’ όλο αυτό το απέραντο άσπρο
Φοβήθηκε μην του το σκάσω
Ή μήπως θέλησε να δείξει
Ότι δεν είμαι ένα σημείο στίξης
Και να καλύψει έτσι την ανημποριά του
Να γράψει μια ή δυο προτάσεις

                   ιγ
Ο ουρανός μου πιέζει τους ώμους
Η γη αντιστέκεται στα πόδια μου

Είμαι σαν τον ποντικό στην φάκα
Σαν το καρύδι στο καρυδοσπάστη
Σαν την πρόκα στην τανάλια
Σαν τον άνθρωπο ανάμεσα ουρανό και γη

                   ιστ
Πέρασα τη ζωή μου όλη να κοιτάζω αυτό το σπίτι
Τις σκοτεινές κλειστές του πόρτες
Τις ατέλειωτες σειρές παράθυρα
Και πίσω από τα τζάμια και τις μισοδιάφανες κουρτίνες
Τους ίσκιους που άλλοτε θαρρείς χορεύουν
Στον ήχο μουσικής αόρατης
Κι άλλοτε πάλι σαν να σμίγουν μέσα στη σιωπή
Ερωτικά ή θανάσιμα
Ίσκιοι που άλλοτε αυξαίνουν γίνονται αμέτρητοι
Κι άλλοτε λιγοστεύουν λες και θα χαθούν
Πίσω απ’ τα τζάμια πίσω απ’ τις κουρτίνες
Ετούτου του σπιτιού που το κοιτάζω
Μια ολόκληρη ζωή κι ακόμα
Δεν είδα ούτε έναν άνθρωπο να μπαίνει
Ούτε έναν άνθρωπο να βγαίνει

Δ. ΚΟΥΦΟΝ ΓΑΡ ΧΡΗΜΑ ΠΟΙΗΤΗΣ (Πλάτων) (από την ποιητική συλλογή ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ, Εκδόσεις Εγνατία Σειρά ΤΡΑM/λογοτεχνία 1978)

                   α
Πρέπει αν είμαι ποιητής τώρα να τ’ αποδείξω
Δεν ξέρω αν θα ’χω άλλη ευκαιρία
ο τεχνητός ετούτος ήλιος ο καιρός μας
Γρήγορα εξατμίζει τους ανθρώπους
Πιο γρήγορα τους ποιητές

Πρέπει τώρα πριν εξατμιστώ
Ν’ απασφαλίσω τον εκρηκτικό μηχανισμό
Που κουβαλάω κρυμμένο στο κρανίο μου
Ν’ ανατινάξω τα τοιχώματα της σκέψης
Να ξεχυθούνε τα μυαλά μου σα ροδιού ρουμπίνια
Σαν πυρωμένα θραύσματα υπέροχης οβίδας
Σφυρίζοντας μες στον αγέρα απειλητικά
Όπως σφυρίζει η ποίηση όταν ποίηση είναι

                   β
Είναι κάτι πρεσβυωπικά γερόντια οι ποιητές
Μονάχα μακριά μπορούν να δουν
Μακριά στο παρελθόν μακριά στο μέλλον
Τα πράγματα τα κοντινά δεν τα διακρίνουν
Παραπατούν σκοντάφτουνε τρεκλίζουν
Τα χέρια απλώνουνε ψαχουλευτά πασχίζουν
Σαν την τυφλόμυγα που βρίσκονται να βρουν

Το σήμερα μαντίλι γύρω απ’ τα μάτια τους δεμένο

                   γ
Κραυγάζω ήσυχα απαλά σχεδόν ψιθυριστά
Θα μπορούσα βέβαια να πνίξω ακόμα
Κι αυτή την ήσυχη κραυγή να βουβαθώ
Να κάτσω σιωπηλός και να κοιτάζω
Ετούτη την αργή καταστροφή
Κι ίσως να ’ταν καλύτερα μπορεί
Έτσι βουβός να τραγουδούσα πιο ωραία
Πιο σωστά την τήξη του καιρού μου

                   δ
Η ποίηση πρέπει να ’ναι
Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο
Πάνω που θα ’χεις γλυκαθεί
Να σπας τα δόντια σου

                   ε
Σου ’δωσα δυο πόδια ποίησή μου
Για να πορευτείς προς τους ανθρώπους
Σου ’δωσα δυο χέρια να τους αγκαλιάσεις
Σου ’δωσα κι ένα γυμνό διάφανο κορμί
(διάφανο δέρμα για να φαίνεται η σάρκα,
διάφανη σάρκα για να φαίνονται τα κόκαλα,
διάφανα κόκαλα για να μην κρύβουν το μεδούλι)
Για να μπορούν να βλέπουν οι άνθρωποι
Όλο το μέσα κόσμο σου κι ακόμα
Τον κόσμο που ’ναι πίσω σου και πέρα
Και μοναχά το πρόσωπό σου ποίησή μου
Σκέπασα μ’ ένα πέπλο μισοδιάφανο
Να φαίνεται και να μη φαίνεται
Στα μάτια σου ο πόνος
Να φαίνονται και να μην φαίνονται
Τα χείλια σου όταν τραγουδάς.

                   στ
Τα ποιήματά μου θα επιζήσουν
Του χεριού μου που τα γράφει
Είναι πιο δυνατά απ’ το χέρι μου που τρέμει
Κάθε φορά που εκτελεί τις εντολές τους

Τα ποιήματά μου με ποιούν δεν τα ποιώ
Το πρόσωπό μου αδιάκοπα αλλάζουν
Λες και είμαι ζύμη και με πλάθουν

Τα μόνα ποιήματα που ποίησα εγώ
Τα μόνα που ήταν πιο αδύναμα από μένα
Είναι όσα τόλμησα να σκίσω ή να μην γράψω

Είμαστε ψάρια δίποδα σε τούτο τον επίγειο βυθό. Είμαστε κάτι πτωματόμυγες απάνω στο κουφάρι του καιρού μας. Προορισμός μας η μετάδοση των μικροβίων. Είμαστε καραμέλες πάνω στης αιωνιότητας τη γλώσσα. Λιώνουμε και τελειώνουμε μέσα στο σκοτεινό της καταπιώνα. Είμαστε σαν το γρασίδι των δημόσιων κήπων. Κάθε τόσο μας κουρεύουν σύρριζα χάριν συμμετρίας (τι ανυπόφορη θλίψη, αν ξέρεις πως μέσα μας βαθιά

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΣΤΑ ΔΙΑΣΕΛΑ ΤΟΥ ΙΑΜΒΟΥ ΜΕ ΛΕΞΕΩΝ ΚΥΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΥΣ «Σ’ ΑΓΑΠΩ» ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΥΜΕ ΠΑΡΑΦΟΡΑ (ξέροντας πως πάντα θα το ξεχνάμε για χίλια μύρια ποιήματα): Κάθε βράδυ απ’ το φεγγίτη των Ονείρων παρακείμενης Σιωπής αποστηθίζω τα δύσκολα γράμματα της μοναξιάς για σένα, θηρεύτρια των Ονείρων μας, ω Ποίηση. Δώσε μας κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …[δολώματα SMS στο: 6945215827]