Στο βάθος οι κίτρινες σελίδες του παραμυθιού ο πύργος η χλοερή κοιλάδα και το μαγεμένο δάσος.
κι ολόγυρα το νταμάρι
σύρματα και γυαλιά κονσερβοκούτια.
Τα παράθυρα όμως με αντισηπτικό κρύσταλλο
αλλά στα μακρινά γκέτο
ακόμη το πισσόχαρτο και το ξύλο.
Προσπαθήστε να διακρίνετε
πίσω από το παλαιό τείχισμα.
Στο βάθος
οι κίτρινες σελίδες του παραμυθιού
ο πύργος
η χλοερή κοιλάδα και το μαγεμένο δάσος.
Μη γελιέστε.
Πρόκειται για απόχρωση του μαύρου.
Πρέπει να ξέρεις για να το διακρίνεις.
γ'
Αφελής προσπάθεια, θα σκεφτείτε,
για να ενωθεί η απόσταση.
Εδώ προχωρούσαν οι αβέβαιοι
όταν τους είχε ξεχάσει το σώμα τους.
Αν προσέξετε, θ' ακούσετε ίσως θροΐσματα
θα νιώσετε κάτι σαν άρωμα.
Είναι ό, τι απόμεινε απ' τους μάγους,
εκείνους δηλαδή που εξακολουθούν να πιστεύουν
στον άνεμο
ό,τι απόμεινε απ' τους απελπισμένους,
εκείνους που προτίμησαν τη θάλασσα
τη χλόη και τον ουρανό.
η διάρκεια της ζωής ήταν ακαθόριστη.
Ξαφνικά μαύριζε ο ουρανός
και χανόσουν σε μια καταπακτή.
Ξαφνικά σε κύκλωνε το άφυλλο δάσος
με τα βαλσαμωμένα πουλιά
και προσπαθούσες μάταια ν' ακούσεις
εκείνους τους λαμπερούς ήχους κάποτε.
τη θέα προς το πρωί.
Τοπία του τσιμέντου,
πολυεστέρας, αμίαντο, κρύσταλλα.
Βέβαια μην περιμένετε
κόκκινα και ωχρά φώτα
χρώματα του ροδάκινου
τον ήλιο να βουίζει ανεβαίνοντας
πίσω από δροσερούς δρυμούς.
Η αυγή υπάρχει στις παλιές εικόνες.
Εδώ στο ψηλό μπαλκόνι
μπορείτε να μετρήσετε μόνο
το πάχος της ομίχλης.
Και πιο ψηλά μισοκαμένο κάρβουνο,
θαμπός τρίχινος σάκος ο ήλιος
γιομάτος ψόφιες ακρίδες
[από την ενότητα ο Ξεναγός της ποιητικής συλλογής του Τάσου Ρούσου, ο Ξεναγός και η Νύχτα, Κείμενα, Αθήνα 1981. Οι παλιές, άψογες εκδόσεις Κείμενα]
Το να χρησιμοποιεί κανείς την ποίηση, για να δηλώσει με τον τρόπο της κάτι που έχει αξία και ως δυσοίωνη πρόβλεψη που επαληθεύτηκε σε σχετικά ανύποπτο χρόνο, δεν είναι σωστό πάντα, γιατί ο χρόνος στην ποίηση δεν ακολουθεί ευθύγραμμη πορεία . Η ποίηση πάντως, αντίθετα με ό,τι πιστεύουν πολλοί, παρά την υπακοή της και την εμμονή της στον ήχο και το ρυθμό και το ταίριασμα συλλαβών και λέξεων, δεν έπαψε και δεν φαίνεται να διατίθεται να πάψει ποτέ να έχει λογικό περιεχόμενο.
α'
Ο σκουπιδότοπος κι ολόγυρα το νταμάρι
σύρματα και γυαλιά κονσερβοκούτια.
Τα παράθυρα όμως με αντισηπτικό κρύσταλλο
αλλά στα μακρινά γκέτο
ακόμη το πισσόχαρτο και το ξύλο.
Προσπαθήστε να διακρίνετε
πίσω από το παλαιό τείχισμα.
Στο βάθος
οι κίτρινες σελίδες του παραμυθιού
ο πύργος
η χλοερή κοιλάδα και το μαγεμένο δάσος.
β'
Τα πάντα εδώ φαίνονται πολύ κόκκινα. Μη γελιέστε.
Πρόκειται για απόχρωση του μαύρου.
Πρέπει να ξέρεις για να το διακρίνεις.
γ'
Εδώ ακριβώς, κάτω απ' τα πόδια σας,
ήταν το μεγάλο γιοφύρι. Αφελής προσπάθεια, θα σκεφτείτε,
για να ενωθεί η απόσταση.
Εδώ προχωρούσαν οι αβέβαιοι
όταν τους είχε ξεχάσει το σώμα τους.
Αν προσέξετε, θ' ακούσετε ίσως θροΐσματα
θα νιώσετε κάτι σαν άρωμα.
Είναι ό, τι απόμεινε απ' τους μάγους,
εκείνους δηλαδή που εξακολουθούν να πιστεύουν
στον άνεμο
ό,τι απόμεινε απ' τους απελπισμένους,
εκείνους που προτίμησαν τη θάλασσα
τη χλόη και τον ουρανό.
δ'
Τότε η διάρκεια της ζωής ήταν ακαθόριστη.
Ξαφνικά μαύριζε ο ουρανός
και χανόσουν σε μια καταπακτή.
Ξαφνικά σε κύκλωνε το άφυλλο δάσος
με τα βαλσαμωμένα πουλιά
και προσπαθούσες μάταια ν' ακούσεις
εκείνους τους λαμπερούς ήχους κάποτε.
στ'
Από δω μπορείτε να απολαύσετε τη θέα προς το πρωί.
Τοπία του τσιμέντου,
πολυεστέρας, αμίαντο, κρύσταλλα.
Βέβαια μην περιμένετε
κόκκινα και ωχρά φώτα
χρώματα του ροδάκινου
τον ήλιο να βουίζει ανεβαίνοντας
πίσω από δροσερούς δρυμούς.
Η αυγή υπάρχει στις παλιές εικόνες.
Εδώ στο ψηλό μπαλκόνι
μπορείτε να μετρήσετε μόνο
το πάχος της ομίχλης.
Και πιο ψηλά μισοκαμένο κάρβουνο,
θαμπός τρίχινος σάκος ο ήλιος
γιομάτος ψόφιες ακρίδες
[από την ενότητα ο Ξεναγός της ποιητικής συλλογής του Τάσου Ρούσου, ο Ξεναγός και η Νύχτα, Κείμενα, Αθήνα 1981. Οι παλιές, άψογες εκδόσεις Κείμενα]

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΣΤΑ ΔΙΑΣΕΛΑ ΤΟΥ ΙΑΜΒΟΥ ΜΕ ΛΕΞΕΩΝ ΚΥΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΥΣ «Σ’ ΑΓΑΠΩ» ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΥΜΕ ΠΑΡΑΦΟΡΑ (ξέροντας πως πάντα θα το ξεχνάμε για χίλια μύρια ποιήματα): Κάθε βράδυ απ’ το φεγγίτη των Ονείρων παρακείμενης Σιωπής αποστηθίζω τα δύσκολα γράμματα της μοναξιάς για σένα, θηρεύτρια των Ονείρων μας, ω Ποίηση. Δώσε μας κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …[δολώματα SMS στο: 6945215827]