ΑΓΑΠΗΜΕΝΕΣ (από)ΣΤΡΟΦΕΣ που αλλάζουν το στιχοπουκάμισό τους κάθε τρεις και λίγο
Ευαγγελισμός της λέξης του Ποιήματος με ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΩΝ ποιητών για να λούζονται οι πόθοι στο φως των Ονείρων τους
Δεν ήξερε πως το σπιτάκι θα γινόταν πολυκατοικία, μεγάλες βεράντες για τα ούζα, μεγάλα σαλόνια για τα πάρτι, μεγάλα τραπέζια για τα δείπνα, μεγάλα παράθυρα για τη θέα! (Βασίλης Λαδάς, Δείπνα)
«Ποια είναι η γλώσσα που μιλάς, θάλασσα εσύ»; Τη γλώσσα της αιώνιας αναζήτησης, να του πεις!. Κι εσύ, ουρανέ μου, σε ποια γλώσσα μου διαβάζεις τα γαλάζια σου γράμματα; «Στη γλώσσα της ατέλειωτης σιγής των κρυμμένων αστεριών μου (Εσωτερικός μονόλογος, όταν ο Ποιητής μέσα μας δε λέει να σωπάσει)
Έτσι έφυγες απ’ την κλειστή την πόρτα όπως υποχωρεί ο άνεμος σφυρίζοντας δαιμονισμένες σιωπές. Και πώς να την εκλάμψεις τόση σιωπή μαζεύοντας το πεταμένο ανάμεσα σε δυο στιχάκια «αντίο»; Αποθέωση έσω ερημίας που ανάμεσα σε δυο μαινόμενα βλέμματα άστραψε γαλάζιο ουρανό κι ύστερα βρόντηξε σιωπή νηστεύοντας το περιττό ενδεχόμενο
Γι’ αυτό, φτου κι απ’ το ανοιχτό παράθυρο του ανέμου βγαίνω κι όποιον βρίσκω δεμένο στο κατάρτι του χρόνου «Αργώ», «τα φυλάει» τ’ αμφίσημα τα Όνειρα. Κι αν ο κόσμος μας είναι το όνειρο αθέατου θεού που η ώρα του να ξυπνήσει σταμάτησε παρά τέταρτο εκατομμύρια έτη φωτός σε ανάδρομους σιωπής; Πού στο διάβολο να (ξανα)βρεις εκείνη τη γαμημένη λέξη που έδινε χρώματα στις ζωγραφιές της; Ποίησε πολυσχιδή και πολύχρωμο μύθο στης καρδιάς τα φύλλα (αυτοσχεδιασμοί Τάσου Κάρτα)
Μέσα στη μοναξιά μου είναι ένα σπίτι όπου κατοικώ εγώ με μέσα μου τη μοναξιά όπου βρίσκεται το σπίτι όπου κατοικώ εγώ με μέσα μου τη μοναξιά όπου βρίσκεται το σπίτι όπου κατοικώ εγώ κι η μοναξιά μου! (τι θλίψη ανυπόφορη αν ξέρεις ότι μέσα μας βαθιά υπάρχει τόση Ποίηση όπως στους Τύπους των Ήλων του Αργύρη Χιόνη απ’ όπου και τα παραπάνω αποσπάσματα)
Ένα ζευγάρι ερωτευμένων με το κεφάλι μέσα στον Γαλαξία, εγκάθειρκτοι στη φυλακή των χεριών τους, περιφρονούν τις στιγμές και μιλούν για αιώνες. Κι όμως η άλλη μέρα τους τοποθετεί σε χωριστούς δρόμους (Θεοδόσης Νικολάου)
Κάτω απ’ τα ρούχα μου δε χτυπά πια η παιδική μου καρδιά. Λησμόνησα την αγάπη που ’ναι μόνο αγάπη, μερόνυχτα να τριγυρνώ χωρίς να σε βρίσκω μπροστά μου, Ορίζοντα λευκέ της αστραπής και του Ονείρου. Ένιωσα το στήθος μου να σπάζει στη φυγή σου. Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα, λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο, νικήτρια μονάχη της σκέψης μου (Μανόλης Αναγνωστάκης)
ΠΟΙΗΣΗ, φοβερή αλληλουχία σιωπής! Εμμονή στην αναζήτηση εκείνης της μαγικής υπέρβασης όπου συνωθούνται μέσα σου οι λέξεις και, πριν παγώσουν στο χαρτί, προσδοκώντας ως μάννα εξ ουρανού, δωρεά πολυσημίας, αφουγκράζονται τη βουερή κυριολεξία τους (στοχασμοί από τον ΕΝΙΚΟ και ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟ ΨΙΘΥΡΟ του Μάρκου Μέσκου)
όπως το πράσινο που γίνεται κυπαρίσσι, το μαύρο νύχτα και φιλί που δεν μου ’δωσες, το κίτρινο σκέψεις πεταλούδες, το άσπρο χιόνι βέβαια, το γαλάζιο πουλί σπάνιο και το κόκκινο από μακριά αλήθεια με πόση μαεστρία απαθανατίζει η άνοιξη ό,τι δεν είναι γραφτό να διαρκέσει;
Μου αρέσουν οι ρωγμές στα Ποιήματα, ενθύμια φθοράς μέσα τους μπορείς να κρύψεις ή να κρυφτείς. Υπάρχουν όμως και Ποιήματα, λυγαριές στον άνεμο, που συναρπάζουν γιατί κατέχουν την τέχνη της απουσίας (ανταγωνισμός κι αυτός των στίχων, ποιος πρώτος να αποικίσει μέσα τους). Κι ο ποιητής, ένας αμετανόητος ονειροπόλος, έκθετος, στη βρεφοδόχο της νύχτας με το φεγγάρι από νωρίς έκανε ακροβασίες απλώνοντας τους στίχους δίχτυ προστατευτικό… Πάλι ασέληνη θα μείνει η νύχτα (Γιάννης Τόλιας)
όπου ένα Θεός μέσα στην πέτρα αστράφτει έρημος κι αντίς πετροχελίδονο βρίσκεις πιο βαθιά μέσα στο σαστισμό το πέδιλο του αρχάγγελου μεσοστρατίς για τα κακόφημα άστρα μη μείνει πίσω ν’ αλυχτά το κόκκαλο του σκοταδιού (ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ)
Χόρεψέ τον μια στιγμή που ένας τόσο δα ουρανός πλημμυρίζει με φως και φέγγει απ’ το βλέμμα όνειρα ατέρμονης πολυσημίας! Κι ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ επιθυμία Ποίησης και Αγάπης αληθινής (όπου απώλεσα την κάθε μου λέξη)
(γι’ αυτό πρέπει ν’ αρχίσουμε να γράφουμε όλο και περισσότερα ΠΟΙΗΜΑΤΑ, δηλαδή ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΥΣ ΛΕΞΕΩΝ με το ΓΟΡΔΙΟ ΧΡΗΣΜΟ ΤΟΥΣ: «όσα δε φτάνει η Αλεπού, τα κάνει λυρισμό και ωραία λόγια… Να ’χουμε να κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλο ευσεβών πόθων) Τάσος Κάρτας
Πρέπει να μάθω να πελεκώ αυτή την πέτρα, να ζωγραφίζω πάνω στην πέτρα. Να την κοιμίζω σαν μωρό. Στο κόρφο μου να την ζεσταίνω με κάθε είδους συμπεριφορά, με χίλιους τρόπους. Να μην ξυπνήσει η πέτρα μου κάποιο πρωί και με χτυπήσει (Μαρία Αγαθοπούλου-Κέντρου)
Στη μέση κάποιες ελάχιστες στιγμές σειρήνων με συμπληγάδες ηδονικών μυρωδικών! Σε ποιες λέξεις, άραγε, σαν Ουτοπία είναι καλά κρυμμένος ο πηγαιμός σ’ ένα ταξίδι-Ποίημα, μεταβολισμό της Ζωής; [ιωβηλαίο με τυχαίο άγγιγμα πληθυντικού ψίθυρου άδοξων ποιητών]
Σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω από την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα.
Πάνω στη φωταγωγημένη σάρκα μας που ηχεί από φτερά γλάρων αμέτρητες μέλισσες κέντησαν τα τραγούδια του Ιουλίου. Πριν λίγες ώρες πτώματα από πεταλούδες ευτυχισμένες το πρωί χάθηκαν στο χρυσοχείμαρρο του μεσημεριού εκεί στης τριανταφυλλιάς την όχθη σπρώχνοντας μύχιες σκέψεις Έκτορα Κακναβάτου
Ο έρωτας το βράδυ εκείνο έσπασε το βιολί του σ’ ένα βράχο. Απ’ την πληγή του βράχου βγαίνουνε κόκκινες φωτιές που απαντούν στα βασανιστικά ερωτήματα του κύματος. Κι από τα σπλάχνα τα βαθιά της θάλασσας βγαίνουνε κάτασπρα πουλιά που τα σπαραχτικά τραγούδια τους μονάχα οι εραστές τ’ ακούνε «Είσαι νησί από ελαφρόπετρα ή μήπως ναυάγιο από ανάμνηση;» (Ε.Χ.ΓΟΝΑΤΑΣ)
Πέρνα καμιά φορά απ’ τον ύπνο μου συνήθως είμαι εκεί εκτός αν κλαίει το φεγγάρι οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι το «ΔΙΟΤΙ» να ρωτήσω τι συμβαίνει. Πέρνα καμιά φορά. Μπες απ’ το πλάι, στάσου κάτω απ’ το γεφυράκι της παλάμης μου απ’ όπου ήσυχα κυλάω. Εκτός αν έχει ολότελα μαυρίσει το νερό, αν έχει μολυνθεί ο βυθός, οπότε θα με βρεις στου σεντονιού τις όχθες. Μη φοβάσαι. Πάρε μαζί σου αν θες για σιγουριά και την απαίτηση να μη σ’ αγγίξω διόλου. Ανανέωσε και τη ληγμένη άδεια να σε κοιτώ και σου υπόσχομαι εγκαίρως να ξυπνήσω ώστε να μη σε πάρει είδηση ο ύπνος σου ότι λείπεις.. (Κική Δημουλά)
Όλοι μας ονειρευόμαστε πολύ κάθε νύχτα, αλλά το πρωί έχουμε ξεχάσει το ενενήντα τοις εκατό απ’ όσα έγιναν. Κάθε ταξίδι στα όνειρα τρεις λέξεις δρόμος: Αγάπη, Σοφία, Ζωή (με όποια σειρά σιωπής.): «κάτι σαν άπιαστα του Παραδείσου σήματα ολόισια μες την καρδιά του Ήλιου.»! Τ' αφήνω κάτω απ' το χαλάκι της e-εξώπορτας, να δεις «φως» και να περάσεις μέσα. Εκεί, γυρεύοντας παραληρήματα της Ποίησης, επιστρέφω στον τόπο του «εγκλήματος» των λέξεων, να βρω αυτή με το παράξενο όνομα. Έρχεται κάθε πρωί με την «αόριστη γοητεία» της κι έτσι «πιο ελεύθερα την πλάθω μες το νου μου» με «μιαν ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά». «Και τόσο πλήρως την φαντάζομαι» που με υπεροψία και μέθη της γνέφω «σ' αγαπώ», ξέροντας ότι το άλλο πρωί θα την ξεχάσω για χίλια άλλα Ποιήματα. «Σαν κατανόηση της ματαιότητας των μεγαλείων».
Η ανθολογία λυρικών εξάρσεων με αποφθέγματα και στοχασμούς ποιητών εμπλουτίζεται και ανανεώνεται διαρκώς στο ιστολόγιο «Γιάντες είναι η Λέξη, η σωτηρία έρχεται από τον Παράδεισό της»
(για την αντιγραφή) κ ART ά SOS (από το Κάρτας και Τάσος) Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος
Ευαγγελισμός της λέξης του Ποιήματος με ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΩΝ ποιητών για να λούζονται οι πόθοι στο φως των Ονείρων τους
Γιατί είμαστε φτιαγμένοι απ’ το υλικό των λέξεων που ψελλίσαμε στους μυώνες γαλάζιου αγέρα
Όπως στα όνειρα που τα ξεχνάμε το πρωί, κύματα ποίησης στο πληθυντικό σημείο των βράχων θα σπάνε, ν’ ανοίγουν όλα τα παράθυρα στις συμπτώσεις της στιγμής.
Έλεγε ο Ποιητής ν’ αντισταθούμε σε όσους χτίζουν ένα σπιτάκι και λένε καλά είμαι εδώ
Αν ο Άνεμος, Νοτιάς της Ποίησης, που φυσά στον Έρωτα αναπνοές Ονείρων, σε ρωτήσει…
Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις χτύπα με αλλού, μη σημαδέψεις την καρδιά μου. Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο. Δεν θα ’θελα να το λαβώσεις (Τάσος Λειβαδίτης)
Αντίο, λοιπόν… (εκ γενετής αντικατοπτρισμός ασέληνης νύχτας, που πάντα μέσα μου παλιννοστεί)
«Δε βρήκες μου πες το θεό μα δε σε νοιάζει, εγώ όμως βρήκα αυτό το κάτι που σου μοιάζει» (λαϊκό άσμα)
Είμαστε σαν γρασίδι δημοσίων κήπων. Κάθε τόσο μας κουρεύουν σύρριζα χάριν συμμετρίας
Πότε τελικά η αγάπη και κάθε αρετή είναι πραγματική και πότε πλασματική;
Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του Πόθου μου
Απελπισμένος έρωτας της Ουτοπίας, κάποιος ήχος μέσα στη νύχτα, βήματα στο κενό
Η ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ με τα χρώματα της Νανάς Τσόγκα να μεγαλώνουν:
Αμετανόητος ανταλλάσσω την Πανσέληνο με το κορμί σου, τώρα που ο άνεμος το γαλάζιο σου ανεμίζει νυχτικό
Αναμέτρηση στα πρόσω ιαχής με το ψηλαφητό φλοιό του χάους Έκτορα Κακναβάτου
«Φυλάξου για το τέλος μιας έκστασης επάνω σε χορό μαγικό» (Νίκος Παπάζογλου)
Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε…
Κάθε νύχτα αποστηθίζω τα δύσκολα γράμματα της μοναξιάς ώσπου σιγά-σιγά με παίρνει ο ύπνος
Αν η αρχή είναι το ήμισυ του παντός και το τέλος μια Ιθάκη που εύχεσαι να είναι μακριά.
Σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω από την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα.
Πάνω στη φωταγωγημένη σάρκα μας που ηχεί από φτερά γλάρων αμέτρητες μέλισσες κέντησαν τα τραγούδια του Ιουλίου. Πριν λίγες ώρες πτώματα από πεταλούδες ευτυχισμένες το πρωί χάθηκαν στο χρυσοχείμαρρο του μεσημεριού εκεί στης τριανταφυλλιάς την όχθη σπρώχνοντας μύχιες σκέψεις Έκτορα Κακναβάτου
Είχε κρεμάσει μικρούς καθρέφτες πάνω στα δένδρα για να βλέπονται τα πουλιά
Αβέβαια ζήσε. Τίμα την προέλευσή σου
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΣΤΙΧΑΚΙΑ ΟΝΕΙΡΑ ΠΑΡΑΠΕΣΕ libido ΛΥΡΙΣΜΟΣ: μπαίνουμε ο ένας στο κορμί του άλλου, γινόμαστε για κλάσματα του δευτερολέπτου, μια κραυγή, ένας σπασμός, βάρβαροι ποιητές κι ύστερα, ώσπου να πεις κύμινο, πάλι μόνοι σε παράλληλους δρόμους, λέξεις πτερόεσσες γυμνές απ’ το φωνήεν τους στο καταπέτασμα της συμφωνίας στίχων (Τάσος Κάρτας, Έρμαιο Επέκεινα Λερναίας Εμμονής)
Διπλό ΚΛΙΚ, λοιπόν, στη μηχανή αναζήτησης των ψευδαισθήσεων για τον προσεταιρισμό μαγικού ρεαλισμού λέξεων
όπου ορκίζοντας με εφήμερες αναρτήσεις την άμεμπτη μαγεία της ΣΙΩΠΗΣ, ανακαλύπτεις μια ατέλειωτη ΣΤΙΓΜΗ «υπεροψίας και μέθης», αντικλείδι πενιχρό για τη «ματαιότητα των μεγαλείων», που έχει ο κάθε «ΔΑΡΕΙΟΣ» μέσα μας!
Τι θέλει να πει ο Ποιητής;
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΣΤΑ ΔΙΑΣΕΛΑ ΤΟΥ ΙΑΜΒΟΥ ΜΕ ΛΕΞΕΩΝ ΚΥΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΥΣ «Σ’ ΑΓΑΠΩ» ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΥΜΕ ΠΑΡΑΦΟΡΑ (ξέροντας πως πάντα θα το ξεχνάμε για χίλια μύρια ποιήματα): Κάθε βράδυ απ’ το φεγγίτη των Ονείρων παρακείμενης Σιωπής αποστηθίζω τα δύσκολα γράμματα της μοναξιάς για σένα, θηρεύτρια των Ονείρων μας, ω Ποίηση. Δώσε μας κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …[δολώματα SMS στο: 6945215827]