Λευκούς μονόκερους αν δείτε με μάτια θαλασσια και πόδια μακριά και ντελικάτα τις νύχτες να χορεύουν στη σιγαλιά των άστρων, ταϊστε τους λουλούδια αν μπορείτε… Και μην πείτε ότι μονόκεροι τώρα πια δεν υπάρχουν…
Έγκλειστος
(από το ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ Πτερόεν http://pteroen.wordpress.com/ )
[«Ευλογημένη είναι η ώρα που συναντάμε έναν ποιητή. Ο ποιητής είναι αδελφός του δερβίση. Δεν κατέχει ούτε ονόματα ούτε επίγεια αγαθά, αλλά ενώ εμείς οι δύστυχοι προσπαθούμε ν’ αποκτήσουμε δόξα, δύναμη, κοσμήματα και θησαυρούς, εκείνος στέκεται στο ύψος του».…]
Είναι παράξενες ώρες
που η θαμπή της ζωής του τύρβη
τα πήγαιν’ έλα
τα πόσο κάνει τούτο ή το άλλο
χάνονται
κι αλλάζει αλλόκοτα το φως στο δωμάτιο
όταν ξυπνάει ξαφνιασμένος από λήθαργο
μεσημεριάτικο κυριακάτικο
και πέφτει το σούρουπο κιόλας
και τα σούρτα φέρτα
τα πάω για τσιγάρα
δεν έχουν νόημα κανένα
σαν τις αχτίδες του πρωινού ήλιου
στο πάτωμα
δεν έχουνε πια σημασία.
Εκείνες τις ώρες
σαν υπνοβάτης γυρνά
απ΄ το χολ στην κουζίνα
άσκοπα κι αφηρημένα
μα ενδόμυχα ίσως ελπίζοντας
μες στο ψυγείο του νά ‘βρει
ένδοξη μοίρα ή φοβερή
τις σκοτεινές λεοπαρδάλεις της σελήνης
ή τους ανήσυχους μάγους τού Γουίλυ
και μένει μετέωρος
ανάμεσα χολ και κουζίνα
φιλντισένιους μονόκερους
να ονειρεύεται.
Είναι παράξενες ώρες
Κούφιο Φεγγάρι που η θαμπή της ζωής του τύρβη
τα πήγαιν’ έλα
τα πόσο κάνει τούτο ή το άλλο
χάνονται
κι αλλάζει αλλόκοτα το φως στο δωμάτιο
όταν ξυπνάει ξαφνιασμένος από λήθαργο
μεσημεριάτικο κυριακάτικο
και πέφτει το σούρουπο κιόλας
και τα σούρτα φέρτα
τα πάω για τσιγάρα
δεν έχουν νόημα κανένα
σαν τις αχτίδες του πρωινού ήλιου
στο πάτωμα
δεν έχουνε πια σημασία.
Εκείνες τις ώρες
σαν υπνοβάτης γυρνά
απ΄ το χολ στην κουζίνα
άσκοπα κι αφηρημένα
μα ενδόμυχα ίσως ελπίζοντας
μες στο ψυγείο του νά ‘βρει
ένδοξη μοίρα ή φοβερή
τις σκοτεινές λεοπαρδάλεις της σελήνης
ή τους ανήσυχους μάγους τού Γουίλυ
και μένει μετέωρος
ανάμεσα χολ και κουζίνα
φιλντισένιους μονόκερους
να ονειρεύεται.
Είναι παράξενες ώρες
Θυμάσαι τότε που ζήλευες τον ήλιο
γιατί τα φιλιά του ήταν πιο καυτά απ’ τα δικά σου
έλεγες και γελούσες
Τότε που μου ’σφιγγες τα χέρια με λαχτάρα
ή και με κάποια τρυφερή απόγνωση
και κυνηγούσες τη ματιά μου
στο φεγγάρι
και πέρα μακριά
εκεί που ξένοιαστοι έτρεχαν
οι μονόκεροι των άστρων
Τώρα κι ο ήλιος μ’ αποφεύγει
Τα χέρια μου γροθιές
στις τσέπες
τις χειραψίες φοβούνται
Το βλέμμα μου βαθιά φυλακισμένο
μες στις κόχες
Γιατί αρρώστησαν τα όνειρα
χάθηκαν οι μονόκεροι
και κρύφτηκαν οι ποιητές
στα καταφύγια
Κι εσύ καλή μου έχεις τώρα για καρδιά
ένα κούφιο φεγγάρι.
γιατί τα φιλιά του ήταν πιο καυτά απ’ τα δικά σου
έλεγες και γελούσες
Τότε που μου ’σφιγγες τα χέρια με λαχτάρα
ή και με κάποια τρυφερή απόγνωση
και κυνηγούσες τη ματιά μου
στο φεγγάρι
και πέρα μακριά
εκεί που ξένοιαστοι έτρεχαν
οι μονόκεροι των άστρων
Τώρα κι ο ήλιος μ’ αποφεύγει
Τα χέρια μου γροθιές
στις τσέπες
τις χειραψίες φοβούνται
Το βλέμμα μου βαθιά φυλακισμένο
μες στις κόχες
Γιατί αρρώστησαν τα όνειρα
χάθηκαν οι μονόκεροι
και κρύφτηκαν οι ποιητές
στα καταφύγια
Κι εσύ καλή μου έχεις τώρα για καρδιά
ένα κούφιο φεγγάρι.
Η προδοσία
«Σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς κοπροκρατούν το μέλλον.» – Οδυσσέας Ελύτης
«…αν ήταν ικανοί κι αυτοί,
ας υποχωρούσαν λίγο, ας ελίσσονταν λιγάκι…
Τους έξυπνους μας κάνουν τώρα;» –Πάνος Θασίτης
ας υποχωρούσαν λίγο, ας ελίσσονταν λιγάκι…
Τους έξυπνους μας κάνουν τώρα;» –Πάνος Θασίτης
Δε θάν΄ η προδοσία τους ποτέ μικρή
Ορνεοκέφαλοι ανύποπτους διαβάτες
θ’ αποκεφαλίζουν στις πλατείες
νεκρόσιτοι κόκκαλα παιδιών
θα γλύφουνε στα πάρκα
και σκυλοκοίτες θα διδάσκουν ήθος στην τιβί
και θα κοπροκρατείται το παρόν
τα σαββατόβραδα
τη συνοδεία δημοφιλών καλλιτεχνών
Θα σβήνει ο ουρανός θα σβήν’ η γη
όσο οι ποιητές θα ιδιωτεύουν
και θα υποχωρούν
έναντι ποικιλίας καλών αλλαντικών
Ορνεοκέφαλοι ανύποπτους διαβάτες
θ’ αποκεφαλίζουν στις πλατείες
νεκρόσιτοι κόκκαλα παιδιών
θα γλύφουνε στα πάρκα
και σκυλοκοίτες θα διδάσκουν ήθος στην τιβί
και θα κοπροκρατείται το παρόν
τα σαββατόβραδα
τη συνοδεία δημοφιλών καλλιτεχνών
Θα σβήνει ο ουρανός θα σβήν’ η γη
όσο οι ποιητές θα ιδιωτεύουν
και θα υποχωρούν
έναντι ποικιλίας καλών αλλαντικών
Νοε. 2011 Σ π ύ ρ ο ς Η λ ι ό π ο υ λ ο ς
( ή Αμβρόσιος Βήτα για το τρίτο ποίημα)(από το ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ Πτερόεν http://pteroen.wordpress.com/ )
ΣΠΥΡΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ- ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ, ΠΟΙΗΤΗΣ, ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΣ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ Είναι καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου διδάσκει κυρίως αγγλική και ιρλανδική ποίηση αλλά και κοσμολογία-οντολογία του ρομαντισμού, τη σχέση ρομαντικής ποίησης και μουσικής, καθώς και εφαρμογές της ψυχολογίας του βάθους στην ανάλυση της ποίησης. Έχει επίσης διδάξει λογοτεχνία, πολιτισμό, και μετάφραση στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και αλλού, και έχει εργαστεί ως μεταφραστής, φιλολογικός επιμελητής και ανταποκριτής

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΣΤΑ ΔΙΑΣΕΛΑ ΤΟΥ ΙΑΜΒΟΥ ΜΕ ΛΕΞΕΩΝ ΚΥΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΥΣ «Σ’ ΑΓΑΠΩ» ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΥΜΕ ΠΑΡΑΦΟΡΑ (ξέροντας πως πάντα θα το ξεχνάμε για χίλια μύρια ποιήματα): Κάθε βράδυ απ’ το φεγγίτη των Ονείρων παρακείμενης Σιωπής αποστηθίζω τα δύσκολα γράμματα της μοναξιάς για σένα, θηρεύτρια των Ονείρων μας, ω Ποίηση. Δώσε μας κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …[δολώματα SMS στο: 6945215827]