Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Ανδρέας Αγγελάκης, Κάθε κορμί έχει τη δική του κόλαση, τη δική του μεταφυσική…

Βαθαίνει η αγκαλιά σαν αγαπιέσαι, χωράει πολλούς ζητιάνους, πολλούς που στερηθήκανε τον έρωτα ή δεν τους φίλησαν ποτέ τους…

[Τη νύχτα πώς φοβάμαι και τους στοιχειωμένους της Όλα καλά στης μέρας το λεπίδι, αλλά ωστόσο κανείς κρατάει τα προσχήματα, παίζει κουτσά στραβά το θέατρό του, διασώζεται επιτέλους… Η νύχτα όμως καραδοκεί, μ’ αυτό το βρώμικο, εξαθλιωμένο της φεγγάρι. Σ’ αρπάζει μες τα βρόχια της, σε μαγνητίζει, αγνοώντας συμβουλές και παραινέσεις, σαρκάζοντας εξομοιώνοντας τους πάντες και τα πάντα! Προσέλθετε όσοι πιστοί και απολωλότες…]

Καρτεσιανή Λογική (από τη συλλογή του Ανδρέα Αγγελάκη Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ, Εκδόσεις Γνώση 1982)

Κάθε κορμί έχει τη δική του κόλαση
το δικό του καμίνι,
κάθε κορμί εκλιπαρεί με το δικό του τρόπο,
αγκαλιάζει με μια δικιά του απελπισία,
σπρώχνει τον έρωτα ως το θάνατο,
σπρώχνει τον έρωτα σ’ ένα δωμάτιο με καθρέφτες.
ποιος είσαι; ποιος είναι ο άλλος;
μένεις ακίνητος, να σε χαϊδεύουν, σαν νεκρός,
το χρώμα των ματιών αλλάζει, γίνεται σκούρο,
μαύρο, μαβί της μοναξιάς, του ξένου φιλιού.
Κάθε κορμί έχει τον ιδρώτα του,
τη δική του μεταφυσική,
αχ, μόνο που πρέπει συνεχώς να κάνεις αναγωγές,
αφαιρέσεις, θεωρίες και τα σχετικά,
ειδεμή βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή
γι’ αυτή τη σάρκα που κοιμάται δίπλα σου,
γι’ αυτό το αξύριστο μούτρο το άγνωστο που ροχαλίζει πλάι σου
έχοντας ληστέψει την αγκαλιά σου και το σπέρμα σου.


Έτσι σ’ έψαξα (από τη συλλογή του Ανδρέα Αγγελάκη Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ, Εκδόσεις Γνώση 1982)

Έτσι σ’ έψαξα, αφήνοντας στην τύχη τους
τα άλλα ενενήντα εννιά,
κόβοντας δρόμο μέσα από τα λαγκάδια,
ύποπτα μούτρα, λόχμες, αστυνομικούς
που με άρπαζαν απ’ το σακάκι βίαια,
που με χτυπόυσαν για να τους πω πού πήγαινα,
τι κοίταζα πέρα από αυτούς
πίσω από το πάθος ή την ταπείνωση,
στο σιγανό κλάμα της αναζήτησης.
Και σε βρήκα. Τουρτούριζες μες τη βροχή,
είχες σφαλίσει τα γαλάζια μάτια σου
κι άπλωνες το χέρι στη σκοτεινιά
ν’ αναγνωρίσεις το δικό μου,
τι ωραία να λες «κοιμήσου τώρα,
δε θα με ξαναχάσεις,
δεν θα σε ξαναχάσω».
Βαθαίνει η αγκαλιά σαν αγαπιέσαι,
χωράει πολλούς ζητιάνους, πολλούς που στερηθήκανε
τον έρωτα ή δεν τους φίλησαν ποτέ τους,
χαμογελάνε αυτοί που δεν τους χάιδεψε κανένας,
ζούνε ανάμεσά μας όλοι τούτοι,
ένα μπουμπούκι σκάει δειλά. Κοιμήσου.
Ξέσφιξε τα δάχτυλά σου και κοιμήσου.
Εγώ ειμ’ εδώ.

Τα χέρια (από τη συλλογή του Ανδρέα Αγγελάκη Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ, Εκδόσεις Γνώση 1982)

Τα χέρια δεν λένε ποτέ ψέματα, είτε σφίγγουν
άλλα ροζιασμένα, προσπαθώντας να πούνε κάτι
για τη μοναξιά τους αδέξια,
είτε χαϊδεύουν άγνωστα δάχτυλα στη σκοτεινιά,
άμαθα από τέτοια, όπως των εργατών του Αρίωνα,
πάντα θυμίζουν κάτι.
Έχουν γνωρίσει, βλέπεις, την παγωνιά του αποχαιρετισμού, τον ιδρώτα της αστυνομικής εφόδου,
τον τρόμο του εκβιασμού,
γι’ αυτό είναι επιεική,
με το παραμικρό δακρύζουν
-κάποτε φίλησαν τις φλέβες τους.
Κι αν πάρουν μια βραδιά το περίστροφο
κι αυτό θα γίνει με μια μετρημένη χειρονομία,
ελάχιστα θεατρική, γεμάτη νοσταλγία,
όπως όταν κλείνουμε τα μάτια μας στον ήλιο
βάζοντας γαλάζια ομπρέλα την παλάμη μας,
όπως δίνουμε όρκο σ’ έναν ξένο
πως θα τον θυμόμαστε για πάντα
κι αύριο δεν μένει τίποτα:
ούτε τα χείλη, ούτε ο ιδρώτας,
ούτε καν το τηλέφωνό του που πετάξαμε…


[επιλογές λέξεων από τη ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ του Ανδρέα Αγγελάκη: Τελικά. τι πονάει πιο πολύ; η ερημιά; η ερημιά που αργά μα σταθερά σε φαρμακώνει στάζοντας στάλα-στάλα το δηλητήριό της μες στο βλέμμα σου, ή ο έρωτας τάχα – αυτό που λένε τέλος πάντων έρωτα – που σε σταυρώνει κάθε μέρα μπήγοντας ένα καινούργιο καρφί κάθε στιγμή, που σου σκουπίζει ατάραχος το αίμα, σε τυλίγει προσεκτικά στα σάβανά του πνίγοντας τις φωνές, σκεπάζοντας με τσόχα μαύρη κατάμαυρη τα πάντα σαν τα τετέλεσται της Μεγάλης Παρασκευής…]

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΣΤΑ ΔΙΑΣΕΛΑ ΤΟΥ ΙΑΜΒΟΥ ΜΕ ΛΕΞΕΩΝ ΚΥΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΥΣ «Σ’ ΑΓΑΠΩ» ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΥΜΕ ΠΑΡΑΦΟΡΑ (ξέροντας πως πάντα θα το ξεχνάμε για χίλια μύρια ποιήματα): Κάθε βράδυ απ’ το φεγγίτη των Ονείρων παρακείμενης Σιωπής αποστηθίζω τα δύσκολα γράμματα της μοναξιάς για σένα, θηρεύτρια των Ονείρων μας, ω Ποίηση. Δώσε μας κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …[δολώματα SMS στο: 6945215827]