Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Αντί Ευχών

ΟΜΗΡΟΣ ΑΡΙΤΖΗΣ (Homero Aridjis), Η επιθυμία τού να είσαι ο εαυτός σου (μετά τον Κάφκα)

Εάν μπορούσες να γίνεις ένας ιππέας
που μέσα σε ανέμους και βροχές ιππεύει χωρίς σέλα

ένα διάφανο άλογο
μόνιμα ραπισμένο
από την ταχύτητα του αναβάτη του
αν μπορούσες να καλπάσεις δυνατά
μέχρι τα ρούχα σου να ξηλωθούν και να χαθούν
γιατί δεν έχεις ανάγκη τα ρούχα
μέχρι να κοπούν τα χαλινάρια
γιατί δεν έχεις ανάγκη τα χαλινάρια
μέχρι η σκιά σου να χαθεί μακριά πίσω σου
γιατί δεν έχεις ανάγκη τη σκιά
τότε ίσως να δεις το τοπίο της εξοχής
όχι σαν τοπίο εξοχής
αλλά σαν μια χούφτα αέρα
εάν μπορούσες μόνο ν' αφήσεις το άλογο μακριά πίσω σου
και να ιππεύσεις τον εαυτό σου.

 [Ποίημα από τη δίγλωσση συλλογή Ηλιακά και άλλα ποιήματα, μτφρ.: Ελσα Κορνέτη - Γιώργος Ρούβαλης, Κοινωνία των (δε)κάτων 2011]

 (με θερμές ευχές για καλές γιορτές): άνοιξε τα φτερά σου και πέτα πιο ψηλά και από τα πιο φλογερά όνειρά σου!

 (Christmas Song by Gaia: http://www.youtube.com/watch?v=t5Fh7IJtXHQ)

είθε να περάσουν τα δύσκολα χρόνια που έρχονται, κρατώντας ένα χέρι φίλου αληθινού. Σε οικογένειες που σχηματίζει όχι μόνο το αίμα, αλλά και η συμπάθεια, η εμπιστοσύνη ή η συγγένεια του μυαλού.

Νέες αναρτήσεις μετά το νέο έτος

Ανδρέας Αγγελάκης, Κάθε κορμί έχει τη δική του κόλαση, τη δική του μεταφυσική…

Βαθαίνει η αγκαλιά σαν αγαπιέσαι, χωράει πολλούς ζητιάνους, πολλούς που στερηθήκανε τον έρωτα ή δεν τους φίλησαν ποτέ τους…

[Τη νύχτα πώς φοβάμαι και τους στοιχειωμένους της Όλα καλά στης μέρας το λεπίδι, αλλά ωστόσο κανείς κρατάει τα προσχήματα, παίζει κουτσά στραβά το θέατρό του, διασώζεται επιτέλους… Η νύχτα όμως καραδοκεί, μ’ αυτό το βρώμικο, εξαθλιωμένο της φεγγάρι. Σ’ αρπάζει μες τα βρόχια της, σε μαγνητίζει, αγνοώντας συμβουλές και παραινέσεις, σαρκάζοντας εξομοιώνοντας τους πάντες και τα πάντα! Προσέλθετε όσοι πιστοί και απολωλότες…]

Καρτεσιανή Λογική (από τη συλλογή του Ανδρέα Αγγελάκη Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ, Εκδόσεις Γνώση 1982)

Κάθε κορμί έχει τη δική του κόλαση
το δικό του καμίνι,
κάθε κορμί εκλιπαρεί με το δικό του τρόπο,
αγκαλιάζει με μια δικιά του απελπισία,
σπρώχνει τον έρωτα ως το θάνατο,
σπρώχνει τον έρωτα σ’ ένα δωμάτιο με καθρέφτες.
ποιος είσαι; ποιος είναι ο άλλος;
μένεις ακίνητος, να σε χαϊδεύουν, σαν νεκρός,
το χρώμα των ματιών αλλάζει, γίνεται σκούρο,
μαύρο, μαβί της μοναξιάς, του ξένου φιλιού.
Κάθε κορμί έχει τον ιδρώτα του,
τη δική του μεταφυσική,
αχ, μόνο που πρέπει συνεχώς να κάνεις αναγωγές,
αφαιρέσεις, θεωρίες και τα σχετικά,
ειδεμή βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή
γι’ αυτή τη σάρκα που κοιμάται δίπλα σου,
γι’ αυτό το αξύριστο μούτρο το άγνωστο που ροχαλίζει πλάι σου
έχοντας ληστέψει την αγκαλιά σου και το σπέρμα σου.


Έτσι σ’ έψαξα (από τη συλλογή του Ανδρέα Αγγελάκη Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ, Εκδόσεις Γνώση 1982)

Έτσι σ’ έψαξα, αφήνοντας στην τύχη τους
τα άλλα ενενήντα εννιά,
κόβοντας δρόμο μέσα από τα λαγκάδια,
ύποπτα μούτρα, λόχμες, αστυνομικούς
που με άρπαζαν απ’ το σακάκι βίαια,
που με χτυπόυσαν για να τους πω πού πήγαινα,
τι κοίταζα πέρα από αυτούς
πίσω από το πάθος ή την ταπείνωση,
στο σιγανό κλάμα της αναζήτησης.
Και σε βρήκα. Τουρτούριζες μες τη βροχή,
είχες σφαλίσει τα γαλάζια μάτια σου
κι άπλωνες το χέρι στη σκοτεινιά
ν’ αναγνωρίσεις το δικό μου,
τι ωραία να λες «κοιμήσου τώρα,
δε θα με ξαναχάσεις,
δεν θα σε ξαναχάσω».
Βαθαίνει η αγκαλιά σαν αγαπιέσαι,
χωράει πολλούς ζητιάνους, πολλούς που στερηθήκανε
τον έρωτα ή δεν τους φίλησαν ποτέ τους,
χαμογελάνε αυτοί που δεν τους χάιδεψε κανένας,
ζούνε ανάμεσά μας όλοι τούτοι,
ένα μπουμπούκι σκάει δειλά. Κοιμήσου.
Ξέσφιξε τα δάχτυλά σου και κοιμήσου.
Εγώ ειμ’ εδώ.

Τα χέρια (από τη συλλογή του Ανδρέα Αγγελάκη Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ, Εκδόσεις Γνώση 1982)

Τα χέρια δεν λένε ποτέ ψέματα, είτε σφίγγουν
άλλα ροζιασμένα, προσπαθώντας να πούνε κάτι
για τη μοναξιά τους αδέξια,
είτε χαϊδεύουν άγνωστα δάχτυλα στη σκοτεινιά,
άμαθα από τέτοια, όπως των εργατών του Αρίωνα,
πάντα θυμίζουν κάτι.
Έχουν γνωρίσει, βλέπεις, την παγωνιά του αποχαιρετισμού, τον ιδρώτα της αστυνομικής εφόδου,
τον τρόμο του εκβιασμού,
γι’ αυτό είναι επιεική,
με το παραμικρό δακρύζουν
-κάποτε φίλησαν τις φλέβες τους.
Κι αν πάρουν μια βραδιά το περίστροφο
κι αυτό θα γίνει με μια μετρημένη χειρονομία,
ελάχιστα θεατρική, γεμάτη νοσταλγία,
όπως όταν κλείνουμε τα μάτια μας στον ήλιο
βάζοντας γαλάζια ομπρέλα την παλάμη μας,
όπως δίνουμε όρκο σ’ έναν ξένο
πως θα τον θυμόμαστε για πάντα
κι αύριο δεν μένει τίποτα:
ούτε τα χείλη, ούτε ο ιδρώτας,
ούτε καν το τηλέφωνό του που πετάξαμε…


[επιλογές λέξεων από τη ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ του Ανδρέα Αγγελάκη: Τελικά. τι πονάει πιο πολύ; η ερημιά; η ερημιά που αργά μα σταθερά σε φαρμακώνει στάζοντας στάλα-στάλα το δηλητήριό της μες στο βλέμμα σου, ή ο έρωτας τάχα – αυτό που λένε τέλος πάντων έρωτα – που σε σταυρώνει κάθε μέρα μπήγοντας ένα καινούργιο καρφί κάθε στιγμή, που σου σκουπίζει ατάραχος το αίμα, σε τυλίγει προσεκτικά στα σάβανά του πνίγοντας τις φωνές, σκεπάζοντας με τσόχα μαύρη κατάμαυρη τα πάντα σαν τα τετέλεσται της Μεγάλης Παρασκευής…]

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι (κι από την ανάποδη φοριέται η φαντασία και σ’ όλα της τα μεγέθη)

Την αλήθεια την «φτιάχνει» κανείς ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα: ένα σώμα γυμνό είναι η μοναδική προέκταση της νοητής γραμμής που μας ενώνει με το μυστήριο (αν δεν στηρίξεις το ένα σου πόδι έξω από τη Γη ποτέ σου δεν θα μπορέσεις να σταθείς επάνω της…)

[επικεφαλής (από)στροφή]:
Αν κάτι αδημονεί μέσα στην άγρια μέντα είναι της αγιοσύνης σου το λαγωνικό. Δεν έχει φτέρνες η τελειότητα. Από το στοχασμό σου πήζει ο ήλιος μες στο ρόδι κι ευφραίνεται. Θε μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε (θάλασσα λανθασμένη δε γίνεται… Φτασμένες οι προλήψεις σε μια καθαρότητα μαθηματική θα μας βοηθούσανε να κατανοήσουμε τη βαθύτερη δομή του κόσμου)


ΛΕΖΑΝΤΑ (εις τον πάτον της εικόνας των λέξεων)

(Αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι και εύκρατη γίνεται η σκέψη όταν αναθρώσκει νοσταλγία πολύτροπη ποίησης) Γι’ αυτό

κάνε άλμα πιο γρήγορο και από τη φθορά στο άπειρο, που υπάρχει για μας όπως η γλώσσα για τον κωφάλαλο.

Δεν γεννήθηκε, όμως, ακόμη ο Μαγελλάνος ενός τριαντάφυλλου.

Το κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του. (προσπάθησε να οδηγήσεις την τεχνική τελειότητα στη φυσική της κατάσταση…)

Αν κάτι αδημονεί μέσα στην άγρια μέντα είναι της αγιοσύνης σου το λαγωνικό.

Έτη φωτός στους ουρανούς έτη Αρετής μες στον ασβέστη.

Την αλήθεια την «φτιάχνει» κανείς ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα.

Τέτοιαν εύστοχη δείξε αδεξιότητα και να: ο Θεός!

Όταν ακούς αέρα είναι η Γαλήνη που βρυκολάκιασε. (τρώγε την πρόοδο και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της…)

Δυστυχώς και η Γη με δικά μας έξοδα γυρίζει (στην κακή μοιρασιά πάντοτε ο θεός ζημιώνεται…)

Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία. Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα.

Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα (έχει τη μέση της και η άκρη-άκρη)

Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες (η λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε)

Δίνε δωρεάν το χρόνο, αν θες να σου μείνει λίγη αξιοπρέπεια (στο χωριό της γλώσσας μου τη Λύπη τηνε λένε Λάμπουσα)

Μακριά μέσα στ’ απώτατα βάθη του Αμνού ο Πόλεμος συνεχίζεται (είναι αγένεια να κάνεις του Χάρου χειροφιλήματα)

Όταν η συμφορά συμφέρει λογάριαζέ την για πόρνη (θα πρέπει να δημιουργούμε αντισώματα και για την Ευθύνη)

Όταν ακούς «τάξη», ανθρώπινο κρέας μυρίζει (μια νομοθεσία εντελώς άχρηστη για τις Εξουσίες θα ’τανε αληθινή σωτηρία)

Όταν η ζωή μάχεται, οι νεκροί στον Άδη Μηδίζουν!

Από τον θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα.

Όποιος μπορεί και φορτίζει την ερημιά έχει ακόμα ανθρώπους μέσα του (αν είναι να πεθάνεις, πέθανε αλλά κοίτα να γίνεις ο πρώτος πετεινός μέσα στον Άδη)

(Ρήσεις από το ποιητικό έργο του Οδυσσέα Ελύτη «Μαρία Νεφέλη»)

 [για την ΕΙΚΟΝΑ του σημερινού ποιήματος χρησιμοποιήθηκαν ρήσεις από το ποιητικό έργο του Οδυσσέα Ελύτη ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ και η εικόνα που τις έντυσε είναι μια εικαστική σύνθεση του ποιητή

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ ενός λεπτού μαζί σε ΧΛΟΗ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ

(33 λόγοι για την Εφηβεία της Λήθης ερήμην Τελευταίου Σώματος στο Λίγο του Κόσμου: «μαχαιρωμένο το Ποίημα μέσα στην καρδιά του Ποιητή έμεινε άγνωστο για πάντα»]


Όταν λέμε ονειρεύτηκα δε σημαίνει πως είδαμε στ’ αλήθεια ένα όνειρο, αλλά ότι ξυπνητοί φέρνουμε λίγο προς τα μπρος κάτι που στέκει πίσω πραγματικό μήπως το ξεχάσουμε πως μονάχα ως όνειρο μας είχε βασανίσει.. Όνειρο δεν ευτύχησε να μπει στο κύριο θέμα. Όσα το αποτόλμησαν, άνοιξαν και δεν βρήκανε κανέναν.  


1.- Αρχίζοντας, να έχεις τη γεύση του τέλους: πρόσωπα έργα και ημέρες, όλα θυελλώδη, όλα στην ίδια ακύμαντη γαλήνη. Ανακινήστε καλά προ της χρήσεως (εσωκλείονται οδηγίες. Αν τις διαβάσεις προσεκτικά – σύνθεση, προφυλάξεις δοσολογία- θα δεις ότι τις ίδιες ακριβώς παρενέργειες επιφυλάσσει η μικρή δόση αγάπης και η μεγάλη). Μη το αναβάλεις άλλο. Κακοκαιρία μεγάλη θα είναι, θα πέσουν χιόνια, θα κλείσουν όλοι οι δρόμοι, πάγοι, μεγάλη ολισθηρότης. Εάν δεν είναι ολισθηρή η επιθυμία προς τι να έρθει;  Αλλά κι όταν έρθει μια σφραγισμένη λύση είναι με ημερομηνία λήξης. Ωστόσο μην την πετάς. Θα τύχει να περάσει από εκεί κοντά καμιά φτωχή ονειροπόληση. Την δίνεις. Τις αρέσουνε τα χαλασμένα πράγματα που έχουν λήξει…


(παρθένος ΥΔΡΟΧΟΟΣ ΜΕ ΤΟΝ αιγόκερό του  ΣΤΟΝ ΤΟΞΟΤΗ σ’ ένα δίδυμο καιρό με ωροσκόπο ταύρο και σκορπιό. Οι λέξεις φταίνε. Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα σιγά-σιγά ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν. Και να σκεφτείς πως καίγεται κάποιων μορφών ο πρόλογος μονάχα. Τόσος καπνός από την καύση ενός προλόγου μόνο…. – ακολουθούν 33 λόγοι- εντολές σε μικρές θανατηφόρες δόσεις….)


2. Ποιαν άνοιξη διέπραξες εις βάρος των θαυμάτων της; Πόση γύρη καταχράστηκες για να κάνουν μέλι σπιτικό οι φωτογραφίες; Τόσο πολύ πιστεύεις στη φιλοσοφία του ποιήματος ώστε όσες φορές πίνεις καφέ συλλογισμένο παρέα μ’ εκείνη την κακόκεφη υπενθύμιση πως είναι η ζωή συντομότατη, νιώθεις μια λύπηση τόσο αφ’ υψηλού, μια συμπόνια τόσο φευγαλέα γι’ αυτή τη συντομία, σαν να αφορά ξένη ζωή κι όχι τη δική σου. Γρήγορα, λοιπόν, να μπεις στο δύσκολο κεφάλαιο του «άνευ σημασίας». Ό,τι για σένα θα έχει σημασία για τους άλλους θα είναι άνευ και τούμπαλιν. Γι’ αυτό να φέρνεις αλλαγές στη φιλοσοφία της κάθε μέρας σβήνοντας ολότελα δια της εις άτοπον λήθης κάθε προηγούμενη φιλοσοφία που είχανε τα πράγματα πριν γίνουν σπουδασμένα.


3. Όλα τα προκληθέντα να θυμάσαι και να ξεχνάς τον πρόξενό τους – ποιος ήτανε, τι ήταν. Απ’ το συρτάρι όπου φυλάσσονται τα αζήτητα, κάθε πρωί να παίρνεις ένα στην τύχη, να το προσαρμόζεις στο κενό σου. Ζήτα τη βοήθεια των ονείρων, δίχως συμβιβασμούς με αναμνήσεις λες και είναι κληρονομική η πραγματικότητα. Γιατί όταν λέμε ονειρεύτηκα δε σημαίνει πως είδαμε στ’ αλήθεια ένα όνειρο, αλλά ότι ξυπνητοί φέρνουμε λίγο προς τα μπρος κάτι που στέκει πίσω πραγματικό μήπως το ξεχάσουμε πως μονάχα ως όνειρο μας είχε βασανίσει.


4. Αβέβαια ζήσε. Τίμα την προέλευσή σου. Αν δεν τρωθείς πού θα σε βρει η αγάπη. Το βέλος θα την οδηγήσει στην πληγή σου. Να φεύγεις κάθε τόσο αφήνοντας μια λέξη κάτω απ’ το χαλάκι της εξώπορταςΑπ’ ό,τι άργησε να ’ρθει κι από ό,τι δεν ήρθε χειρότερα μας φέρθηκε αυτό που περιμέναμε τι είναι μη γνωρίζοντας…. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε επί της γης τα μόνα πλάσματα που κλαίμε


5. Ή ταν ή επί τας ορκίσου κάθε φορά που αρχίζει το κυνήγι του αβέβαιου. Κι όταν, σε νυχτωμένο δάσος στου ανέμου τα μουγκρίσματα οι φόβοι σου θα δίνουνε στους φόβους σου κουράγιο, μην ακούς στο κλάμα σου τι ψεύδονται οι αδένες τάχα πως νίπτουν δάκρυα τας χείρας. Δεν είναι δάκρυα. Λέξεις ξαναχτυπούν καιρό επιφυλαγμένες στο αλάτι τους.


6. Πάψε να ριγείς δυνατά. Θα σ’ ακούσει η διπλανή πραγματικότητα. Ν’ αφήνεις κάπως ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα γιατί θα  έρθουνε κι άλλα μ’ άλλες ονειροπολήσεις. Ύδατα βαθύφωνα, κιθαριστές ρυάκια, χωριουδάκια οικισμοί θέρετρα κελαηδισμών, ισορροπίστριες δροσοσταλίδες πάνω σε φυλλαράκια με ταλαντεύσεις ελαφρότητας και η αιδώς μ’ ένα πολύ σκιστό στο πλάι κατακόκκινο φύλλο συκής να χορεύει μ’ έναν νοσταλγό μετανάστη λόγο. Σαν ομπρελάκι  χάρτινο σκισμένης ηλιαχτίδας.


7. Αν είσαι μάγισσα όπως πίστευα  χαρίσου πέφτοντας πάνω σ’ αυτό που σκέφτομαι. Ν’ ανθίσει ανάγκασέ το κι ένα πουλί ξελόγιασε επάνω στα κλαδιά της ακοής μου. Με μάγια τη φωνή του ανακάτεψε, να κελαηδάει νυχθημερόν κατάφερέ το κι ας ενοχλείται το αφύσικο και ας του λέει πάψε θα σε σκοτώσω. Εκείνο να μην παύει. Να κελαηδάει ατρόμητα γενναία. Αχ έτι και έτη ψάχνω όλα τα πιστευτά του κόσμου αλωνίζω, να βρω μια δεύτερη φωνή. Απίστευτο πουλάκι έλα μέσα.


8. Αν ακούς στον ύπνο σου επίμονα χτυπήματα στην πόρτα,  μπορεί να είναι πάλι ο πόθος άφραγκος, που χτυπά γιατί ήρθε η ώρα της αμοιβής του.  Κι αν δεις το ποίημα έκθετο, τάχα πως νίπτει δάκρυα τας χείρας του, οι λέξεις άθλιες δε λένε να φυσήξουν και τη θυσία μας εμφυσούν στην άπνοια τους. Αν βλέπεις πως είχες μισοανθίσει το πρωί, σημαίνει πως εγείρει απαιτήσεις η αφοσίωσή σου σε βάσανα.  Αίμα αν ονειρεύεσαι, δικής σου ή παλιάς πληγής ονείρου, γρήγορα θα επανασυνδεθείς με αξιωματούχο εν ενεργεία χωρισμό. Σε κανένα μουσικό κομμάτι δεν ακούγονταν πια βιολί… μέσα από καμιά φωτογραφική μηχανή δεν μπορούσε να περάσει φως, κοιμητήρια ολόκληρα ανυψώθηκαν στον αέρα σα σμήνη πουλιών φωσφορίζοντας κι ένα μόνιμο φως πόνου κι αξόδευτης αγάπης πλανιόταν πάνω απ’ όλα τα κτίσματα δίνοντας στο συνολικό τοπίο μια όψη συσπασμένου προσώπου παρθένας που, θέλοντας να ξεπεράσει το φραγμό της παρθενίας αλλά φοβούμενη την επαφή με άνδρα, μπήγει, με τη σεισμική λύσσα των απελπισμένων, ένα λοστό μέσα στον κόλπο της ουρλιάζοντας «Θεέ μου, Θεέ μου».


9. Να σου πω καλά κάνεις και δεν κρατάς αναμνηστικά.   Κατάλοιπο πιο σαρκοβόρο δεν υπάρχει. Όταν το σούρουπο γκρεμίζει τα καυτά τοιχώματα του ήλιου, ν’ αποσύρεσαι υπερθερμασμένη στο μονοστηριακό κελί του σκοταδιού και με αδημονία οργιώδη, να περιπίπτεις σε βουλιμία ερωτική. Κι ενώ ο εραστής σου παρέχεται αφθόνως, κατ’ επανάληψη σου δίνει γενναιόδωρα μέχρι μυελού την πλήρη εξάντλησή του, νυμφίδιο μανιακό η αχορτασιά σου, καταβροχθίζει και τη δόλια κεφαλή του κατασπαράζοντας μαζί όλα εκείνα τα ευχαριστήρια φιλιά στα μάτια και στο μέτωπο στο πριν και το μετά που δίνει η απόλαυση ευγνώμων υπό την απειλή του θέλω…..


10. Καλά τα βγάζει πέρα η μοναξιά σου, φτωχικά αλλά τίμια!   Αλλού κοιμάται αυτή κι αλλού το εγκρατές σκεπτικό εάν. Μόνο καμιά φορά σε πειραματισμούς την παρασύρει η περιέργεια – όφις προγενέστερος και πιο φανατικός απ’ τον νερόβραστον εκείνον με το μήλο… Δοκίμασε, σου λέει η μοναξιά σου, μη φοβάσαι, δεν έχεις τι να χάσεις! Και σε πείθει να κουλουριάζεται πνιχτά, να τρίβεται σα γάτα ανεπαίσθητη πάνω στο διαθέσιμο αέρα που αφήνεις προσπερνώντας. Απόλαυση πολύ μοναχικότερη από τη στέρησή της!


11. Εμβολιάσου με ενδιαφέρον και κίνδυνο!  Ρίξε για σήμερα όλη την ευθύνη στο δόλιο φίλημα που σου ’στειλε κάποια νοσταλγία. Να διαλέξεις τις καλύτερες προτάσεις συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του θεάματος. Θα διαλέξεις, αλλά μετά πώς σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο που έχει η εκλογή σου;  Ενώ εκείνο το «έτυχε», τι πούπουλο; Στην αρχή βέβαια, γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες. Κατά βάθος είναι πάλι σαν να διάλεξες… Άμα διαλέξεις κάτι, γίνεσαι μέλος κάποιας υποταγής. Μόνον πρόσεξε. Ό,τι πεις θα χρησιμοποιηθεί εις βάρος σου.


12. Πέρνα καμιά φορά απ’ τον ύπνο μου συνήθως είμαι εκεί  εκτός αν κλαίει το φεγγάρι οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι το «ΔΙΟΤΙ» να ρωτήσω τι συμβαίνει. Πέρνα καμιά φορά. Μπες απ’ το πλάι, στάσου κάτω απ’ το γεφυράκι της παλάμης μου απ’ όπου ήσυχα κυλάω. Εκτός αν έχει ολότελα μαυρίσει το νερό, αν έχει μολυνθεί ο βυθός, οπότε θα με βρεις στου σεντονιού τις όχθες. Μη φοβάσαι. Πάρε μαζί σου αν θες για σιγουριά και την απαίτηση να μη σ’ αγγίξω διόλου. Ανανέωσε και τη ληγμένη άδεια να σε κοιτώ και σου υπόσχομαι εγκαίρως να ξυπνήσω ώστε να μη σε πάρει είδηση ο ύπνος σου ότι λείπεις.


13. Οι λέξεις φταίνε. Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν…  Πως ήσουνα εχθρός μου δεν το ήξερες. Οι λέξεις σου το είπαν. Σ’ εκείνες πούλησε ο έρως το σεισμό του κι ήρθε στην επιφάνεια ότι δεν μ’ αγαπούσες…. Ένα μόνο δεν θα σου δώσει το όνειρο των λέξεων, το όριο ως πού να κινδυνέψεις τον αναστεναγμό σου. Με λέξεις τύφλωσε κι ο Οιδίποδας τη μάνα ενοχή του - λες και δεν είναι εκ γενετής τυφλός ο πόθος.


[παρθένος ΥΔΡΟΧΟΟΣ ΜΕ ΤΟΝ αιγόκερό του  ΣΤΟΝ ΤΟΞΟΤΗ σ’ ένα δίδυμο καιρό με ωροσκόπο ταύρο και σκορπιό!  Πάρε το καουμπόυκο καπέλο του ονείρου κατεβασμένο χαμηλά πάνω στα μάτια, να μην αναγνωρίζεις τι πεθύμησες Άκουσέ με! Πάρε στα χέρια σου την κύλιση του λίθου…. Ας σπρώξει λίγο και η συννεφιασμένη Κυριακή, Γεροδεμένη είναι! Μόνο βιάσου γιατί όπου να ’ναι το θαύμα της διαψεύσεως τίθεται επί τάπητος: πινακωτή, πινακωτή, δυο λέξεις όλες κι όλες μας χρειάζονταν. Μία για μας και μία για τους άλλους. Να προχωρούν πιασμένες από το αμοιβαίο τους χεράκι Επάνω τους στηρίχθηκαν τα όνειρα ο χρόνος και η Τέχνη.. Πες μου ότι αστειεύεσαι, βραχνό πολυταξιδεμένο ψέμα. Τώρα επιστρέφεις στην αλήθεια, αν και μακριά της έζησες ονειρεμένα ….]

«Θα πρέπει πρώτα να αμαρτήσεις για να απολαύσεις τον εφησυχασμό σου αντίκρυ σ’ ένα ηλιοβασίλεμα» (Μάρω Δούκα)

Καμιά φορά, αν δεις μικρή πεταλουδίτσα να κόβει βόλτες επισκέπτριες στο σπίτι σου, ηδονικά να γλείφει γύρω-γύρω το φως της λάμπας ή στο γυαλί της τηλεόρασης ώρες να προσκολλάται φιλώντας κάποιας ερωτικής σκηνής τα χείλη, μην την διώχνεις. Γιατί μπορεί να είμαι εγώ που πήρα άδεια από τα φαντάσματα κι ήρθα για να τρομάξει η «πνευματική μου συνουσία». Καλά το είπανε της ΛΥΠΗΣ ΔΥΤΙΚΑ οι μάντεις- Ποιητές: Κι οι σπόροι της ελπίδας με τρία ονόματα - για να μην ψάχνω πόσες σημασίες και χρώματα: α] ένα κλειδί γυρίζει κι απ’ τις δυο μεριές ή που κλείνεσαι ο ίδιος ή που σε όλους ανοίγεσαι. β] στηθαία μόλις δεκατριών ετών που έχει το μέλλον και γ] κινούμενη πολίχνη μελισσών πάνω στην ήβη.» 

Η συνέχεια με ΚΛΙΚ εδώ http://g-opos-giantes.blogspot.com/2011/11/33.html



       

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΔΟΞΕΣ :  («μηδένα προ του τέλους...)
Όταν ρώτησαν την Κική Δημουλά τι είναι ποίηση είπε : ρωτήστε τη σοφή την άγνοια. «Είναι από τα πιο επηρμένα μυστήρια, τα πιο αχανή, και μόνο ικανοποίηση στις παρομοιώσεις δίνεις αν πεις ότι η ποίηση είναι ένα μείγμα εύγεστων δηλητηρίων σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια, ή ότι είναι ο πειρασμός, ο δαίμονας που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα του κανονικού, προκαλώντας  ένα σεληνιασμό γόνιμο, ή ακόμα ότι είναι ένα είδος ευθανασίας των πραγμάτων που υποφέρουν μέσα μας, είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένα. Ευκολότερα θα μπορούσε να ορίσει κανείς το ποίημα, μια και αυτό έχει υποκύψει στη σύμβαση να πάρει μια μορφή, ένα σχήμα, που είναι η φυλακή και η απελευθέρωση ταυτόχρονα κάποιου μηνύματος.  Ένα ποίημα λοιπόν είναι η διπλή ζωή των λέξεων, ο κρυμμένος ερωτισμός τους και η λαγνεία τους για παρθένα οράματα. Είναι ο τυχοδιώκτης των λέξεων, η πλεονεξία τους : κάθε τόσο εγκαταλείπουν τη μετριότητα της χρήσης τους και ακολουθώντας δυσανάγνωστους χάρτες, που χάραξε ανώνυμη ανησυχία, ψάχνουν, σκάβουν να βρουν φλέβες χρυσού λυτρωτικού ρόλου. Κι αλλιώς ο ίδιος ορισμός : βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να  του φτιάξεις ένα δένδρο.  Α Υ Τ Ο   Ε Ι Ν Α Ι   Τ Ο    Π Ο Ι Η Μ Α».