(33 λόγοι για την Εφηβεία της Λήθης ερήμην Τελευταίου
Σώματος στο Λίγο του Κόσμου: «μαχαιρωμένο το Ποίημα μέσα στην καρδιά του Ποιητή
έμεινε άγνωστο για πάντα»]
Όταν λέμε ονειρεύτηκα δε σημαίνει πως είδαμε στ’ αλήθεια ένα όνειρο,
αλλά ότι ξυπνητοί φέρνουμε λίγο προς τα μπρος κάτι που στέκει πίσω πραγματικό
μήπως το ξεχάσουμε πως μονάχα ως όνειρο μας είχε βασανίσει.. Όνειρο δεν
ευτύχησε να μπει στο κύριο θέμα. Όσα το αποτόλμησαν, άνοιξαν και δεν βρήκανε
κανέναν.
1.- Αρχίζοντας, να έχεις τη γεύση του τέλους:
πρόσωπα
έργα και ημέρες, όλα θυελλώδη, όλα στην ίδια ακύμαντη γαλήνη. Ανακινήστε καλά
προ της χρήσεως (εσωκλείονται οδηγίες. Αν τις διαβάσεις προσεκτικά –
σύνθεση, προφυλάξεις δοσολογία- θα δεις ότι τις ίδιες ακριβώς παρενέργειες
επιφυλάσσει η μικρή δόση αγάπης και η μεγάλη). Μη το αναβάλεις άλλο. Κακοκαιρία μεγάλη θα
είναι, θα πέσουν χιόνια, θα κλείσουν όλοι οι δρόμοι, πάγοι, μεγάλη ολισθηρότης.
Εάν δεν είναι ολισθηρή η επιθυμία προς τι να έρθει; Αλλά κι όταν έρθει μια σφραγισμένη λύση είναι
με ημερομηνία λήξης. Ωστόσο μην την πετάς. Θα τύχει να περάσει από εκεί κοντά
καμιά φτωχή ονειροπόληση. Την δίνεις. Τις αρέσουνε τα χαλασμένα πράγματα που
έχουν λήξει…
(παρθένος ΥΔΡΟΧΟΟΣ
ΜΕ ΤΟΝ αιγόκερό του ΣΤΟΝ ΤΟΞΟΤΗ σ’ ένα δίδυμο καιρό με ωροσκόπο ταύρο και
σκορπιό. Οι λέξεις φταίνε. Αυτές ενθάρρυναν τα
πράγματα σιγά-σιγά ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν. Και να σκεφτείς πως καίγεται
κάποιων μορφών ο πρόλογος μονάχα. Τόσος καπνός από την καύση ενός προλόγου
μόνο…. – ακολουθούν 33 λόγοι- εντολές σε μικρές θανατηφόρες δόσεις….)
2. Ποιαν άνοιξη διέπραξες
εις βάρος των θαυμάτων της; Πόση γύρη καταχράστηκες για να κάνουν μέλι σπιτικό
οι φωτογραφίες; Τόσο
πολύ πιστεύεις στη φιλοσοφία του ποιήματος ώστε όσες φορές πίνεις καφέ
συλλογισμένο παρέα μ’ εκείνη την κακόκεφη υπενθύμιση πως είναι η ζωή
συντομότατη, νιώθεις μια λύπηση τόσο αφ’ υψηλού, μια συμπόνια τόσο φευγαλέα γι’
αυτή τη συντομία, σαν να αφορά ξένη ζωή κι όχι τη δική σου. Γρήγορα,
λοιπόν, να μπεις στο δύσκολο κεφάλαιο του «άνευ σημασίας». Ό,τι για
σένα θα έχει σημασία για τους άλλους θα είναι άνευ και τούμπαλιν. Γι’ αυτό να
φέρνεις αλλαγές στη φιλοσοφία της κάθε μέρας σβήνοντας ολότελα δια της εις
άτοπον λήθης κάθε προηγούμενη
φιλοσοφία που είχανε τα πράγματα πριν γίνουν σπουδασμένα.

3. Όλα τα προκληθέντα να θυμάσαι και να ξεχνάς τον πρόξενό τους
– ποιος
ήτανε, τι ήταν. Απ’ το συρτάρι όπου φυλάσσονται τα αζήτητα, κάθε πρωί να
παίρνεις ένα στην τύχη, να το
προσαρμόζεις στο κενό σου. Ζήτα τη βοήθεια των ονείρων, δίχως
συμβιβασμούς με αναμνήσεις λες και είναι κληρονομική η πραγματικότητα. Γιατί όταν λέμε
ονειρεύτηκα δε σημαίνει πως είδαμε στ’ αλήθεια ένα όνειρο, αλλά ότι
ξυπνητοί φέρνουμε λίγο προς τα μπρος κάτι που στέκει πίσω πραγματικό μήπως το
ξεχάσουμε πως μονάχα ως όνειρο μας είχε βασανίσει.
4. Αβέβαια ζήσε. Τίμα την προέλευσή σου. Αν δεν τρωθείς πού θα
σε βρει η αγάπη. Το βέλος θα την οδηγήσει στην πληγή σου. Να φεύγεις κάθε τόσο αφήνοντας μια λέξη
κάτω απ’ το χαλάκι της εξώπορτας… Απ’
ό,τι άργησε να ’ρθει κι από ό,τι δεν ήρθε χειρότερα μας φέρθηκε αυτό που
περιμέναμε τι είναι μη γνωρίζοντας…. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε επί της γης τα μόνα πλάσματα
που κλαίμε…
5. Ή ταν ή επί τας ορκίσου
κάθε φορά που αρχίζει το κυνήγι του αβέβαιου. Κι όταν, σε
νυχτωμένο δάσος στου ανέμου τα μουγκρίσματα οι φόβοι σου θα δίνουνε στους
φόβους σου κουράγιο, μην ακούς στο κλάμα σου τι ψεύδονται οι αδένες τάχα πως
νίπτουν δάκρυα τας χείρας. Δεν είναι δάκρυα. Λέξεις ξαναχτυπούν καιρό επιφυλαγμένες
στο αλάτι τους.
6. Πάψε να ριγείς δυνατά.
Θα σ’ ακούσει η διπλανή πραγματικότητα. Ν’ αφήνεις κάπως ανοιχτά όλα τα
ενδεχόμενα γιατί θα έρθουνε κι άλλα μ’ άλλες ονειροπολήσεις.
Ύδατα βαθύφωνα, κιθαριστές ρυάκια, χωριουδάκια οικισμοί θέρετρα κελαηδισμών,
ισορροπίστριες δροσοσταλίδες πάνω σε φυλλαράκια με ταλαντεύσεις ελαφρότητας και
η αιδώς μ’
ένα πολύ σκιστό στο πλάι κατακόκκινο φύλλο συκής να χορεύει μ’ έναν νοσταλγό
μετανάστη λόγο. Σαν ομπρελάκι χάρτινο σκισμένης ηλιαχτίδας.
7. Αν είσαι μάγισσα όπως πίστευα χαρίσου πέφτοντας πάνω σ’ αυτό που σκέφτομαι.
Ν’ ανθίσει ανάγκασέ το κι ένα πουλί
ξελόγιασε επάνω στα κλαδιά της ακοής μου. Με μάγια τη φωνή του ανακάτεψε, να κελαηδάει νυχθημερόν
κατάφερέ το κι ας ενοχλείται το αφύσικο και ας του λέει πάψε θα σε
σκοτώσω. Εκείνο να μην παύει. Να κελαηδάει ατρόμητα γενναία. Αχ έτι και έτη ψάχνω
όλα τα πιστευτά του κόσμου αλωνίζω, να βρω μια δεύτερη φωνή. Απίστευτο
πουλάκι έλα μέσα.
8. Αν ακούς στον ύπνο σου επίμονα χτυπήματα στην πόρτα, μπορεί
να είναι πάλι ο πόθος άφραγκος, που χτυπά γιατί ήρθε η ώρα της αμοιβής
του. Κι αν δεις το ποίημα έκθετο, τάχα πως νίπτει
δάκρυα τας χείρας του, οι λέξεις
άθλιες δε λένε να φυσήξουν και τη θυσία μας εμφυσούν στην άπνοια τους. Αν βλέπεις πως είχες
μισοανθίσει το πρωί, σημαίνει πως εγείρει απαιτήσεις η αφοσίωσή σου σε βάσανα. Αίμα
αν ονειρεύεσαι, δικής σου ή παλιάς πληγής ονείρου, γρήγορα θα επανασυνδεθείς με
αξιωματούχο εν ενεργεία χωρισμό. Σε κανένα μουσικό κομμάτι δεν ακούγονταν πια βιολί…
μέσα από
καμιά φωτογραφική μηχανή δεν μπορούσε να περάσει φως, κοιμητήρια ολόκληρα
ανυψώθηκαν στον αέρα σα σμήνη πουλιών φωσφορίζοντας κι ένα μόνιμο φως πόνου κι αξόδευτης αγάπης
πλανιόταν πάνω απ’ όλα τα κτίσματα δίνοντας στο συνολικό τοπίο μια όψη συσπασμένου
προσώπου παρθένας που, θέλοντας να ξεπεράσει το φραγμό της παρθενίας
αλλά φοβούμενη την επαφή με άνδρα, μπήγει, με τη σεισμική λύσσα των
απελπισμένων, ένα λοστό μέσα στον κόλπο της ουρλιάζοντας «Θεέ μου, Θεέ μου».
9. Να σου πω καλά κάνεις και δεν κρατάς αναμνηστικά. Κατάλοιπο πιο
σαρκοβόρο δεν υπάρχει. Όταν το σούρουπο γκρεμίζει τα καυτά τοιχώματα του ήλιου,
ν’ αποσύρεσαι υπερθερμασμένη στο μονοστηριακό κελί του σκοταδιού και με
αδημονία οργιώδη, να περιπίπτεις σε βουλιμία ερωτική. Κι ενώ ο εραστής σου
παρέχεται αφθόνως, κατ’ επανάληψη σου δίνει γενναιόδωρα μέχρι μυελού την πλήρη
εξάντλησή του, νυμφίδιο
μανιακό η αχορτασιά σου, καταβροχθίζει
και τη δόλια κεφαλή του κατασπαράζοντας μαζί όλα εκείνα τα ευχαριστήρια φιλιά
στα μάτια και στο μέτωπο στο πριν και το μετά που δίνει η απόλαυση ευγνώμων υπό την απειλή
του θέλω…..
10. Καλά τα βγάζει πέρα η μοναξιά σου, φτωχικά αλλά τίμια! Αλλού κοιμάται αυτή
κι αλλού το εγκρατές σκεπτικό εάν. Μόνο καμιά φορά σε πειραματισμούς την
παρασύρει η περιέργεια – όφις προγενέστερος και πιο φανατικός απ’ τον
νερόβραστον εκείνον με το μήλο… Δοκίμασε, σου λέει η μοναξιά σου, μη φοβάσαι, δεν έχεις
τι να χάσεις! Και σε πείθει να κουλουριάζεται πνιχτά, να τρίβεται σα
γάτα ανεπαίσθητη πάνω στο διαθέσιμο αέρα που αφήνεις προσπερνώντας. Απόλαυση
πολύ μοναχικότερη από τη στέρησή της!
11. Εμβολιάσου με ενδιαφέρον και κίνδυνο! Ρίξε για σήμερα όλη
την ευθύνη στο δόλιο φίλημα που σου ’στειλε κάποια νοσταλγία. Να διαλέξεις τις
καλύτερες προτάσεις συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του θεάματος. Θα διαλέξεις,
αλλά μετά πώς σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο που έχει η εκλογή σου; Ενώ εκείνο το «έτυχε», τι πούπουλο;
Στην αρχή βέβαια, γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες. Κατά βάθος είναι πάλι
σαν να διάλεξες… Άμα διαλέξεις κάτι, γίνεσαι μέλος κάποιας υποταγής. Μόνον
πρόσεξε. Ό,τι πεις θα χρησιμοποιηθεί εις βάρος σου.
12. Πέρνα καμιά φορά απ’ τον ύπνο μου συνήθως είμαι εκεί εκτός αν κλαίει το
φεγγάρι οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι το «ΔΙΟΤΙ» να ρωτήσω τι συμβαίνει. Πέρνα καμιά φορά. Μπες απ’ το πλάι, στάσου κάτω
απ’ το γεφυράκι της παλάμης μου απ’ όπου ήσυχα κυλάω. Εκτός αν έχει ολότελα
μαυρίσει το νερό, αν έχει μολυνθεί ο βυθός, οπότε θα με βρεις στου σεντονιού τις όχθες. Μη
φοβάσαι. Πάρε
μαζί σου αν θες για σιγουριά και την απαίτηση να μη σ’ αγγίξω διόλου.
Ανανέωσε και τη ληγμένη άδεια να σε κοιτώ και σου υπόσχομαι εγκαίρως να ξυπνήσω
ώστε να μη σε πάρει είδηση ο ύπνος σου ότι λείπεις.
13. Οι λέξεις φταίνε. Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα ν’ αρχίσουν να
συμβαίνουν… Πως ήσουνα εχθρός
μου δεν το ήξερες. Οι λέξεις σου το είπαν. Σ’ εκείνες πούλησε ο
έρως το σεισμό του κι ήρθε στην επιφάνεια ότι δεν μ’ αγαπούσες…. Ένα μόνο δεν θα σου
δώσει το όνειρο των λέξεων, το όριο ως πού να κινδυνέψεις τον αναστεναγμό σου. Με λέξεις
τύφλωσε κι ο Οιδίποδας τη μάνα ενοχή του - λες και δεν είναι εκ
γενετής τυφλός ο πόθος.
[παρθένος
ΥΔΡΟΧΟΟΣ ΜΕ ΤΟΝ αιγόκερό του ΣΤΟΝ ΤΟΞΟΤΗ
σ’ ένα δίδυμο καιρό με ωροσκόπο ταύρο και σκορπιό! Πάρε το καουμπόυκο καπέλο του ονείρου
κατεβασμένο χαμηλά πάνω στα μάτια, να μην αναγνωρίζεις τι πεθύμησες Άκουσέ με!
Πάρε στα χέρια σου την κύλιση του λίθου…. Ας σπρώξει λίγο και η συννεφιασμένη
Κυριακή, Γεροδεμένη είναι! Μόνο βιάσου γιατί όπου να ’ναι το θαύμα της
διαψεύσεως τίθεται επί τάπητος: πινακωτή, πινακωτή, δυο λέξεις όλες κι όλες μας
χρειάζονταν. Μία για μας και μία για τους άλλους. Να προχωρούν πιασμένες από το
αμοιβαίο τους χεράκι Επάνω τους στηρίχθηκαν τα όνειρα ο χρόνος και η Τέχνη..
Πες μου ότι αστειεύεσαι, βραχνό πολυταξιδεμένο ψέμα. Τώρα επιστρέφεις στην
αλήθεια, αν και μακριά της έζησες ονειρεμένα ….]
«Θα πρέπει
πρώτα να αμαρτήσεις για να απολαύσεις τον εφησυχασμό σου αντίκρυ σ’ ένα
ηλιοβασίλεμα» (Μάρω Δούκα)
Καμιά φορά, αν δεις μικρή
πεταλουδίτσα να κόβει βόλτες επισκέπτριες στο σπίτι σου, ηδονικά να γλείφει
γύρω-γύρω το φως της λάμπας ή στο γυαλί της τηλεόρασης ώρες να προσκολλάται φιλώντας
κάποιας ερωτικής σκηνής τα χείλη, μην την διώχνεις. Γιατί μπορεί να είμαι εγώ
που πήρα άδεια από τα φαντάσματα κι ήρθα για να τρομάξει η «πνευματική μου
συνουσία». Καλά το
είπανε της ΛΥΠΗΣ ΔΥΤΙΚΑ οι μάντεις- Ποιητές: Κι οι σπόροι της ελπίδας με τρία ονόματα
- για να μην ψάχνω πόσες σημασίες και χρώματα: α] ένα κλειδί γυρίζει κι απ’ τις
δυο μεριές ή που κλείνεσαι ο ίδιος ή που σε όλους ανοίγεσαι. β] στηθαία μόλις
δεκατριών ετών που έχει το μέλλον και γ] κινούμενη πολίχνη μελισσών πάνω στην
ήβη.»
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΑΔΟΞΕΣ : («μηδένα προ του τέλους...)
Όταν ρώτησαν την Κική
Δημουλά τι είναι ποίηση είπε : ρωτήστε τη σοφή την άγνοια.
«Είναι από τα πιο επηρμένα μυστήρια, τα πιο αχανή, και μόνο ικανοποίηση στις
παρομοιώσεις δίνεις αν πεις ότι η ποίηση είναι ένα μείγμα εύγεστων δηλητηρίων
σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια, ή ότι είναι ο πειρασμός, ο δαίμονας που μπαίνει
ξαφνικά στο σώμα του κανονικού, προκαλώντας
ένα σεληνιασμό γόνιμο, ή ακόμα ότι είναι ένα είδος ευθανασίας των
πραγμάτων που υποφέρουν μέσα μας, είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένα.
Ευκολότερα θα μπορούσε να ορίσει κανείς το ποίημα, μια και αυτό έχει υποκύψει
στη σύμβαση να πάρει μια μορφή, ένα σχήμα, που είναι η φυλακή και η
απελευθέρωση ταυτόχρονα κάποιου μηνύματος. Ένα ποίημα λοιπόν είναι η διπλή ζωή των
λέξεων, ο κρυμμένος ερωτισμός τους και η λαγνεία τους για παρθένα οράματα.
Είναι ο τυχοδιώκτης των λέξεων, η πλεονεξία τους : κάθε τόσο εγκαταλείπουν τη
μετριότητα της χρήσης τους και ακολουθώντας δυσανάγνωστους χάρτες, που χάραξε
ανώνυμη ανησυχία, ψάχνουν, σκάβουν να βρουν φλέβες χρυσού λυτρωτικού ρόλου. Κι αλλιώς
ο ίδιος ορισμός : βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο
κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι
υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα
δένδρο. Α Υ Τ Ο Ε Ι Ν Α Ι
Τ Ο Π Ο Ι Η Μ Α».