Ένα παράξενο οροπέδιο μεγαλοσύνης από χαλίκια λουλακιά
πράσινα μαύρα που τα σφενδόνισε η πολυώροφη θάλασσα με τις πολύστροφες έλικες
του νότου που καθώς πέφτουν πάλι κροταλούν στο τσίγκινο αίμα μου.
από της ρίζας το ταξίδι ν’ αφαιρώ
το ορόσημο της πέτρας
ξέρω τη ρεματιά από τον κρόταφο ίσαμε το νεφρό της αρχαίας θύελλας
που σήπεται ακριβώς στην άρθρωσή μου με το φως
μα πες μου εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι με αθροίζεις με ψηφιδωτό από το κάθε τι
κι από την καλοσύνη της χόβολης
κι από την κόψη του ίσκιου
κι από το έμβρυο του αγέρα ή
τις κατωφέρειες του ουρανού
σπέρμα ελάχιστο
και αφαίρεση μέγιστη
πες μου
δεν είσαι εσύ η πληγή μου στον κρόταφο
δίδυμη με του νερού την καμπυλότητα;
Εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι αθροίζεις τα έλυτρα της πρώτης θύελλας
καθώς φρικιούν στις φλέβες μου
πιασμένα με φύκια πρωινά με σπόγγους νέγρους
με την οσφύ της νέφωσης
αιώνες τώρα βυθισμένης στο υγρό σου μέτωπο
δεν είσαι
όπως τα σπίτια κρέμονται απ’ τα δοκάρια του γενάρη
ανάμεσα σε ρίγανες φασκομηλιές και φρούτα κίτρινα πλήθος;
δεν είσαι όπως ηχούνε τα οστά;
να χωρείς να φύεσαι
όπως η ρουμπινένια σάρκα του ροδιού
όπως πολιτεία κατάφωτη
δεν είσαι μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου
όπως αρχέγονο εργαλείο πλειστόκενο;
που ύστερα μια χούφτα χαλίκια
λουλουκιά πράσινα μαύρα
που τα σφενδόνισε η πολυώροφη θάλασσα
με τις πολύστροφες έλικες του νότου
που καθώς πέφτουν πάλι κροταλούν
στο τσίγκινο αίμα μου
ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου
ένα παράξενο οροπέδιο μεγαλοσύνης
όπως τραπέζι άδειο
με τ’ άσπρο τραπεζομάντηλο.
[Μα
πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη για άλλες
πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των
φτερών τους; Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχουμε; Σφαγμένη εντός μας
μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Για του λόγου το αληθές… αρχέγονο εργαλείο
πλειστόκαινο μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου]
Οροπέδιο
Μεγαλοσύνης (από τη συλλογή ΔΙΑΣΠΟΡΑ 1961)
Ξέρω τη σκιά μου να μετρώ
σε μάκρη ατέρμονα χιλιετηρίδων
από της νέφωσης το πρώτο
σπόνδυλο να κόβω τη μερίδα μουαπό της ρίζας το ταξίδι ν’ αφαιρώ
το ορόσημο της πέτρας
ξέρω τη ρεματιά από τον κρόταφο ίσαμε το νεφρό της αρχαίας θύελλας
που σήπεται ακριβώς στην άρθρωσή μου με το φως
μα πες μου εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι με αθροίζεις με ψηφιδωτό από το κάθε τι
κι από την καλοσύνη της χόβολης
κι από την κόψη του ίσκιου
κι από το έμβρυο του αγέρα ή
τις κατωφέρειες του ουρανού
σπέρμα ελάχιστο
και αφαίρεση μέγιστη
πες μου
δεν είσαι εσύ η πληγή μου στον κρόταφο
δίδυμη με του νερού την καμπυλότητα;
Εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι αθροίζεις τα έλυτρα της πρώτης θύελλας
καθώς φρικιούν στις φλέβες μου
πιασμένα με φύκια πρωινά με σπόγγους νέγρους
με την οσφύ της νέφωσης
αιώνες τώρα βυθισμένης στο υγρό σου μέτωπο
πες μου δεν είσαι μια εκκλησιά εντός μου;
δεν είσαι
όπως τα σπίτια κρέμονται απ’ τα δοκάρια του γενάρη
ανάμεσα σε ρίγανες φασκομηλιές και φρούτα κίτρινα πλήθος;
δεν είσαι όπως ηχούνε τα οστά;
Όταν βυθομετρώ τη νύχτα
παχιά σαν βοιωτία
όταν σε βρίσκω σε ύφαλες
ρωγμέςνα χωρείς να φύεσαι
όπως η ρουμπινένια σάρκα του ροδιού
όπως πολιτεία κατάφωτη
δεν είσαι μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου
όπως αρχέγονο εργαλείο πλειστόκενο;
που ύστερα μια χούφτα χαλίκια
λουλουκιά πράσινα μαύρα
που τα σφενδόνισε η πολυώροφη θάλασσα
με τις πολύστροφες έλικες του νότου
που καθώς πέφτουν πάλι κροταλούν
στο τσίγκινο αίμα μου
ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου
ένα παράξενο οροπέδιο μεγαλοσύνης
όπως τραπέζι άδειο
με τ’ άσπρο τραπεζομάντηλο.
[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του
Έκτοτα Κακναβάτου, σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου
γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα. Και μόνο το βήμα
μένει κατά σένα, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω. Σου φωνάζω: «σ’
όλα τα στέρνα κάρφωσε το φως κι ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου»]

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΣΤΑ ΔΙΑΣΕΛΑ ΤΟΥ ΙΑΜΒΟΥ ΜΕ ΛΕΞΕΩΝ ΚΥΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΥΣ «Σ’ ΑΓΑΠΩ» ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΥΜΕ ΠΑΡΑΦΟΡΑ (ξέροντας πως πάντα θα το ξεχνάμε για χίλια μύρια ποιήματα): Κάθε βράδυ απ’ το φεγγίτη των Ονείρων παρακείμενης Σιωπής αποστηθίζω τα δύσκολα γράμματα της μοναξιάς για σένα, θηρεύτρια των Ονείρων μας, ω Ποίηση. Δώσε μας κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …[δολώματα SMS στο: 6945215827]