Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

(αν)Ημερα Πινόκιο

Εφήμερη ανάρτηση πρωταπριλιάς

Μνημόνιο προεκλογικού αγώνα μιας Κυριακής
έτσι ώστε η ξύλινη ρητορεία τους
να συναγελάζεται με το συμβολισμό της ημέρας
και το δικό μας (ψευδο)δίλημμα
για το κοντράστ του μαυρίσματός τους
να δένει με το λυρισμό της κλασικής ευχής
για την επί ασπαλάθων αιώνια τιμωρία άδικων τυράννων. 

[ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ στις Ιστορίες Λέξεων με αρχή μέση και ΓΑΜΑ Λυκείου - ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΕΩΣ: ας κυκλοφορήσει σε όλες τις επαφές σας μέρα που είναι…]

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Τζόυς Μανσούρ, Ο λόγος μες τα χείλη μου αλλάζει σε σαράκι, ξέχασέ με θε μου να με θυμάμαι

Της απουσίας σου το φρέσκο αγέρι ονειρεύομαι ως δεσπόζουν στο κορμί μου πάνω τα σιωπηλά σου χέρια

 [Το να μνημονεύεις την Τζόυς Μανσούρ σε ένα πανόραμα σχετικό με τον έρωτα είναι σαν να μνημονεύεις έναν από τους κύκλους της κόλασης. Η Μανσούρ εκφράζεται με μια αλλόκοτη ελευθερία που αναπηδά μια κι έξω από τα ποιήματα και τα διηγήματά της τα διαποτισμένα μ’ έναν ερεβώδη και κραυγαλέο ερωτισμό διαβρωμένο απ’ το χιούμορ]



Δεν την ξέρω την κόλαση
μ’ αφόταν γεννήθηκα το κορμί μου καίγεται
το μίσος μου κανένας διάβολος δεν συνδαυλίζει
σάτυρος κανένας δεν με κυνηγά
όμως ο λόγος μου μες στα χείλια μου αλλάζει σε σαράκι
το εφηβαίο μου στη βροχή ευαίσθητο πολύ
ακίνητο σαν μαλάκιο ξεφυσάει μουσική
στο τηλέφωνο γαντζώνεται
και κλαίει
το ψοφίμι μου τσαντίζεται άθελά μου
με το γηραλέο πέος σου το εξωσμένο
που κοιμάται.



Ονειρεύομαι τα σιωπηλά σου χέρια
που πάνω στα κύματα ουριοδρομούνε
τραχιά ιδιότροπα
τυραννικά ως δεσπόζουν στο κορμί μου επάνω
μαραίνομαι ανατριχιάζω
ο νους μου πάει στους αστακούς
ακόρεστες οι περιστρεφόμενες αντένες
ξένουν το σπέρμα των ναρκωμένων
καραβιώνε
τ’ απλώνουν ύστερα στις κορυφο-
γραμμές επάνω, στον ορίζοντα
κορυφογραμμές οκνές πασπαλισμένες
με ψαρίσια σκόνη
εκεί που όλες τις νύχτες παπαδοκορδώνονται
μπουκωμένο στόμα χέρια σκεπαστά
θαλάσσιος υπνοβάτης με φεγγάρι
αλατισμένη.
 
Τα χέρια σου κορφολογούσανε
μες στο ξεσκέπαστό μου στήθος
στρουφουλιάζοντας ξανθένιες μπούκλες
τρυγώντας ρόγες
κάνοντας τις φλέβες μου να τρίζουν
πήζοντας μου το αίμα
μέσα στο στόμα μου η γλώσσα σου
χόντραινε από μίσος
το χέρι σου σημάδευε με ηδονή το μάγουλό μου
πάνω στη ράχη μου τα δόντια σου
γράφανε βλαστήμιες
ανάμεσα στις κνήμες μου έσταζε
των οστών μου το μεδούλι
κι έτρεχε το αυτοκίνητο στον αλαζόνα
δρόμο
περνώντας πάτησε την οικογένειά μου
 
Η μέλισσα που τον καιρό της χάνει
σε ανθόν επάνω συσπασμένη
ο μαύρος άνδρας με άψητες μασχάλες
που κρύβει το κεφάλι του μέσα στα χέρια
και που μέσα στη σκιά της σκιάς βαδίζει
της σκιάς της σκιάς
το χέρι σου που σέρνεται στο σεντόνι σάμπως
λεκές από λίπος
το χέρι σου που πια δεν θέλει σηκωθεί
όλα τα χαμένα τούτα τα σπα-
ταλεημένα τα θρηνώδη
σαν τη νύστα εκείνου που την αυγή θε να
πεθάνει και το ξέρει
της καρδιάς μου το υνί μέσα στο βάλτο
το αόρατό του ανοίγει αυλάκι
πάνω στις φτέρνες της η νύχτα τρέμει
θεέ πόσο φοβάμαι.
 
Κάνεις γκριμάτσες και μαδιέται η
καρδιά μου
μιλώ με τη μύτη
λύνονται τα μαλλιά μου
γελάς
ανοίγεις το στόμα
αλαφρωμένο κι άδειο σαν μια λεχώνα
πηδώ στην αγκαλιά σου
μια κουστωδία χωρατά
μπροβαίνει ξάφνου
το κρεβάτι μου βουλιάζει μέσα στη νύχτα
τα φουστάνια μου πέφτουν
γελάς.
 
Ξέχασέ με
ν’ ανασάνουνε τα σπλάχνα μου
της απουσίας σου το φρέσκο αγέρι
να μπορούνε να βαδίζουνε οι κνήμες μου
δίχως ν’ αναζητούν τη σκιά σου
να γίνει η όρασή μου όραμα
να ξαποστάσει η ζωή μου
ξέχασέ με θε μου να με θυμάμαι.
 
Άσε με να σ’ αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’ το παχύ σου αίμα
μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’ αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρυτες από χαρά
άσε με να σ’ αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.
 
Των χεριών σου οι τυφλές μηχανουργίες
μέσα στους κόλπους μου τους ανατριχιασμένους
της παραλυμένης γλώσσας σου οι αργές κινήσεις
μέσα στα παθητικά αυτιά μου
η ομορφιά μου όλη μέσα στα δίχως
κόρες μάτια σου πνιγμένη
μέσα στην κοιλιά σου ο θάνατος
που το μυαλό μου τρώει
όλα ετούτα μιαν αλλόκοτη με κάνουν κόρη.
 
Μην τρώτε τα παιδιά των άλλων
γιατί θα σάπιζεν η σάρκα τους
μες στα γαρνιρισμένα στόματά σας
μην τρώτε του καλοκαιριού τα κόκκινα λουλούδια
γιατί ο χυμός τους είναι παιδιών εσταυρωμένων αίμα
μην τρώτε των μαύρων φτωχών καρβέλι
γιατί είναι ζυμωμένο με τα ξυνά τους δάκρυα
και ρίζα θα ’πιανε στα μακρουλά κορμιά σας
μην τρώτε να πεθάνουνε να ξεραθούνε
τα κορμιά σας
στρώνοντας το φθινόπωρο στην πενθούσα γη
επάνω.
 
Το κενό στο κεφάλι μου επάνω
μέσα στο στόμα μου ο ίλιγγος
κι εσύ στη ράχη μου
πάνω στη στέγη γάτος
που ένα μάτι μασουλάει γλυκερό
μάτι προσκυνητή που το θεό του
αναζητάει.
 
Η σκιά σου χωρίς στόμα
χωρίς πόρτα η κάμαρή σου
τα μάτια σου χωρίς βλέμμα
χωρίς έλεος χωρίς χρώμα
οι πατημασιές σου πάνε
χωρίς ν’ αφήνουνε αχνάρια
προς ένα φως από φωνές
ασίγαστες, που είναι η κόλασή μου.
 
Μέσα στο κόκκινο βελούδο της κοιλιάς σου
στων μυστικών κραυγών σου μέσα το μαυράδι
έχω εισδύσει
κι η γη χορεύοντας τραγουδώντας αιωρείται
κόκκινη απ’ τα σπλάχνα σου η γη
από το δηλητήριο δαγκωμένα
το αίμα ένας δαίμονας τυφλός
των νυχτών σου ποταμός αόμματος
ροκανίζει τις αστάθειές σου
το κάψιμο απ’ τους εμπαιγμούς σου
μέσα στο κόκκινο του θανάτου σου
ατλάζι
μες στον τρισκότεινο διάδρομο των
ομματιών σου μπήκα
κι η γη χορεύει τραγουδά αιωρείται
και ξεβιδώνεται από αγαλλίαση η κεφαλή μου.
 
Γυμνή θέλω να δειχτώ στα ωδικά σου μάτια
θέλω να με δεις να ουρλιάζω από ηδονή
που τα λυγισμένα κάτω από μεγάλο βάρος μέλη μου
σε ανόσιες σε σπρώχνουν πράξεις
που τα ίσια μαλλιά της ασημένης κεφαλής μου
μπλέκονται στα νύχια σου
απʼ την παραφορά καμπυλωμένα
που τυφλός κρατιέσαι ορθός κι αφοσιωμένος
ξανοίγοντας από του μαδημένου μου κορμιού το ύψος.
Το κορμί σου ισχνό ανάμεσα στα σατινένια μου σεντόνια…
 
Πυρετός, το αιδοίο σου ένας κάβουρας
Πυρετός, οι γάτες που τρέφονται απʼ τα θαλερά βυζιά σου
Πυρετός η βιάση απʼ των νεφρών σου τα σαλέματα.
Των κανίβαλων βλεννών σου η λαιμαργία,
το σφίξιμο από τα λούκια σου που σκιρτούνε κι απαιτούνε
μου ξεσχίζουν τα πέτσινα δάχτυλα
μου ξεριζώνουν τα πιστόνια.
Πυρετός, σφουγγάρι ψόφιο απʼ την παραλυσία πρησμένο
πιλαλάει το στόμα μου στο μάκρος της γραμμής
του ορίζοντά σου
σε θάλασσα φρενίτιδας άφοβος ταξιδιώτης…
Είναι νύχτα
κι η γαλήνια γρατσουνιά όπου πεθαίνει το κενό λαχανιασμένο
δέρνεται παλεύει ανοίγεται και κουλουριάζεται ηδονικά
πάνω στο αργοσάλευτο πέος του εξερευνητή Νώε.


 [απόσπάσατα από τα ΕΡΩΤΙΚΑ της Τζόυς Μανσούρ σε μετάφραση Έκτορα Κακναβάτου, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΙΜΕΝΑ 1978: Σʼ αρέσει να πέφτεις στο ξεστρωμένο μας κρεβάτι, οι παλιοί ιδρώτες μας δεν σʼ αηδιάζουν τα λερωμένα, από ξεχασμένα όνειρα, σεντόνια μας, οι κραυγές μας που στο σκοτεινό δωμάτιο αντηχούνε! Όλα ετούτα ξεσηκώνουνε το αχόρταγο κορμί σου, το άσχημό σου πρόσωπο επιτέλους λάμπει που οι χτεσινοί μας πόθοι είναι όνειρα αυριανά σου! Η ανάσα σου μέσα στο στόμα μου τα ξερά σου χέρια τα νύχια σου τα σουβλερά δεν αφήνουνε ποτέ το κρεμεζί λαρύγγι μου κρεμεζί απʼ την ντροπή την ηδονή τη γλύκα τα μελανιασμένα χείλια σου βυζαίνουνε το αίμα μου κι οι στιλβωμένες σάρκες μου θα σε ξεσηκώνουν πάντα ενώ τα μάτια μου θα μένουνε κλεισμένα. Πόσοι έρωτες έκαναν να κραυγάζει το κρεβάτι…

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Τίτος Πατρίκιος, ΑΝΤΙΔΙΚΙΕΣ (για να δούμε καθαρά πόσα εμπόδια αντέχουμε να ξεπεράσουμε για να βρεθούμε)

Οι έτοιμες, ησυχασμένες απαντήσεις δε γίνεται πια να με χορτάσουν, όπως δεν επαρκούνε σε μια πόρνη οι ταχτικοί, αξιοπρεπέστατοι πελάτες της… Όμως τη σάρκα, την επιθυμία, τις μέσα επιφάνειες του κορμιού, εκεί που γλιστράν στα κύτταρα οι πρώτες σου ιδέες, δεν ξέρεις τι θα πει να τ’ αρνιέσαι για το αύριο!

[Τη σάρκα, την επιθυμία, τις μέσα επιφάνειες του κορμιού, εκεί που γλιστράν στα κύτταρα οι πρώτες σου ιδέες, δεν ξέρεις τι θα πει να τ’ αρνιέσαι για το αύριο! (ίσως από το σώμα εκείνο που περισσότερο ξεχνιέται να είναι η ηδονή) Λέξεις γυμνές από τις ΑΝΤΙΔΙΚΙΕΣ του Τίτου Πατρίκιου, που δείχνουν τα κόκαλά τους σε μιαν αλλιώτικη διάταξη, ανατομία καθημερινών πραγμάτων το πολύ για μια ΛΥΤΡΩΣΗ ΑΤΟΜΙΚΗ… «Γι αυτό κι εγώ δεν γράφω πια για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια, όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια! Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω, να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή – όσο μπορώ κι όσο κρατήσω» ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Μαθητεία 1963]]


Τελευταίο Φως
Πώς θα φύγεις μέσα στην τρελαμένη νύχτα;
Ένα χέρι σφίγγει σα λεπίδα το τελευταίο φως.
Πώς  θ’ αντικρίσεις το χειμώνα
με λίγες μέρες περσινού καλοκαιριού;
Υπάρχει ένα νεκρός σ’ όλο το μάκρος των ματιών
υπάρχει ένας νεκρός αβόλευτος στα ρούχα σου.
Πρωί -πρωί οι οδοκαθαριστές βουλώνουν με κουρέλια
τις τρύπες που ανοίξαν τα φιλιά.
 
Παραμονές
Μέσα στο πλήθος που αραιώνει κανείς δεν με γνωρίζει
ο λογιστής, ο ταχυδρομικός διανομέας, οι ορχήστρες
των τυφλών, κανείς δεν βλέπει πως τα χέρια μου
μες στο παλτό κρατάν ένα φθαρμένο χάδι.
Οι καταστηματάρχες κατεβάζουν τα ρολά
ο διπλανός μου χτενίζεται στη βιτρίνα
και τούτη η νύχτα ανοίγει λάκκους για νεκρούς.
Οι δρόμοι του κορμιού είναι τόσο μακρινοί,
πώς ν’ αρνηθείς τη ζέστη ενός κινηματογράφου;
Για το φεγγάρι που φυτρώνει στο καθρέφτη
του αβέβαια ερωτευμένου εαυτού σου
δε φτάνει μόνο το λίπασμα φιλιών.
 
Αναφορά στο Μαγιακόφσκι
Αννούσκα, σβήσε τη σόμπα
μου φτάνει η ζέστα των ματιών σου
θυμήσου το ουάν-στεπ, οι άλλοι
ας αντικαθιστούν τον έρωτα με τσάι.
 
Αννούσκα, τα χρόνια πέρασαν
κι όμως εκεί στη γέφυρα του Νεβά
στέκει δεμένος πάντα ένας άνθρωπος
με τα σκοινιά των στίχων.
 
Αννούσκα, με βόλεψε το ξενικό σου όνομα.
 
Οι τσιγγάνοι
Οι τσιγγάνοι μένουν δίπλα στο νεκροταφείο,
δίχως άλογα, ζυμωμένοι μ’ αυτό το χώμα που δε θέλουν.
Οι κηδείες περνάνε μπροστά από τα τσαντίρια τους
τα δένδρα δείχνουν τον ίδιο ουρανό
κι η ρεματιά όπου σμίγουν ένας σκουπιδότοπος.
Τι γίναν οι κιθάρες, το ποτάμι, ο καβαλάρης;
Κάτι αστράφει, δυο μαχαίρια, δυο κορμιά
σφυρίζει ο χωροφύλακας – όχι, δεν είναι τίποτα.
Σήμερα οι τσιγγάνοι
έχουν κανονικές ταυτότητες.
 
Πολυθρόνες
Απλωθήκαμε σαν πολυθρόνες καφενείων.
Κανείς δεν έρχεται να κάτσει.

 
Ο θόλος
Μα οι θρόνοι αυτοί το βγάζουν, οι φωνές;
Άνοιξε στα δυο ο μπετονένιος θόλος τ’ ουρανού
κι εμείς σαν πρόβατα βελάζουμε.
 
Το Αύριο
Τη σάρκα, την επιθυμία, τις μέσα επιφάνειες του κορμιού,
εκεί που γλιστράν στα κύτταρα οι πρώτες σου ιδέες,
δεν ξέρεις τι θα πει να τ’ αρνιέσαι για το αύριο
 
Πάθη
Ποιο πάθος λες;
Αυτό ν’ αφήνεσαι ρευστός
σε κάθε ερεθισμό του χώρου σου;
Το πάθος ν’ απαντάς σα στρείδι;
Το πάθος να παλεύεις με τα πάθη σου
δε λογαριάζεις;
Κι έπειτα
για ποια λευτεριά του αδέσμευτου μιλάς;
Μες στη σκλαβιά τη θέλω εγώ τη λευτεριά σου.
Μες στη σκλαβιά, που για να καταλύσεις,
αναγνωρίζεις πρώτα κι αποδέχεσαι.
 
Ησυχασμένες απαντήσεις
Οι έτοιμες, ησυχασμένες απαντήσεις
δε γίνεται πια να με χορτάσουν
όπως δεν επαρκούνε σε μια πόρνη
οι ταχτικοί, αξιοπρεπέστατοι πελάτες της.
 
Βράδυ αποκριάς
Μέσα στο σκοτεινό κελί
με λύσσα επιθυμούσα ένα δένδρο, ένα πράγμα ζωντανό.
Στους μουχλιασμένους τοίχους βούλιαζε το βλέμμα μου
σ’ απεγνωσμένους αποχαιρετισμούς,
σ’ ονόματα εκτελεσμένων που γκρεμίζονταν μαζί με το σουβά
σα να τους ξανασκότωναν μες στα γέλια και τις φυσαρμόνικες
των ανίδεων μασκαράδων που πέρναγαν στο δρόμο.
Ακόμα δεν είχα καταλάβει που η φύση άρχιζε από μένα
κι οι δεσμοφύλακες τίποτα δεν μπορούσαν να μου πάρουν.
 
Δοκιμές
Λοιπόν δοκίμασα και την εκδίκηση.
Πάλι  εγώ ήμουν ο χαμένος.
 
Οι λέξεις γυμνές
Οι λέξεις γυμνές δείχνουν τα κόκαλά τους
σε μιαν αλλιώτικη διάταξη.
Ανατομία των καθημερινών πραγμάτων
φθαρμένων από τη φωτιά και τον ιδρώτα.
 
Ο φραγμός
Ακόμα και το τέλειο να φτάσω, έλεγα,
με τη σειρά του θα γίνει ένας φραγμός
που θα ’ναι αδύνατο να ξεπεράσω.
με τέτοιες σκέψεις λιγάκι βολευόμουνα
μέσα στις άγονές μου μέρες.
 
Μες στη λεηλασία
Ο χρόνος μου λεηλατημένος.
Οι χίλιες καθημερινές ανάγκες
σαν πεινασμένα αγριόσκυλα
του ξεκολλάν κι ένα κομμάτι.
 
Τελική νίκη
Έφερε βιαστικά το χέρι του στο πρόσωπο
μα μόλις τα δάχτυλά του άγγιξαν τη φτυσιά
σταμάτησε. Δε θέλησε να τη σκουπίσει.
Την έσπρωξε πιο βαθιά, ώσπου να φάει τις σάρκες, τη γλώσσα.
 
Από την τρύπα που άνοιξε, ανάσανε
μ’ έναν καινούργιο τρόπο.
Κι υψώνοντας λιγάκι το κορμί του συνέχισε το δρόμο του.
 
Διαφορές
Και τέλος εσύ τι διακινδύνευσες; Τι γνώρισες
πάνω στο ίδιο το πετσί σου από τα χρόνια μας;
Πότε αποδέχθηκες το ανέκκλητο χωρίς επιφυλάξεις;
Λοιπόν, πού θεμελιώνεις το δικαίωμα
της σιγουριάς ή της αμφιβολίας σου;
Μ’ ας είναι. Πρέπει να πάμε πέρα απ’ τις διαφορές μας.
Και τούτη την κρυφή μου πίστη στην υπεροχή μου
πρέπει να συντρίψω.
 
Απονομή δικαιοσύνης
Όταν οι άνθρωποι δεν αμφιβάλλουν για το δίκιο τους
πόσο μπορούνε ν’ αδικούνε…
Όπως τυφλοί
τυφλούς.
 
Δικαίωμα
Νομίζω πως όσα έχω περάσει
μου ’διναν κάθε δικαίωμα να τρελαθώ.
Θα ’ταν λίγη ξεκούραση επιτέλους,
λίγη ανεύθυνη ελευθερία που ποτέ δεν γνώρισα.
Κι αληθινά θα τρελαινόμουν, αν δεν αποτελούσε
κι αυτό μια κάποια παραχώρηση.
 
Η πρόβλεψη
Όλα έγιναν ακριβώς όπως τα πρόβλεψα.
Συναντηθήκαμε σαν ξένοι.
 
Ίσως να γίναν όλα έτσι
επειδή τα πρόβλεψα.
 
Δίσεχτα χρόνια  
Ίσως αυτοί που κράτησαν
δεν ήσαν πάντα οι πιο ικανοί.
Μα είναι τα χρόνια δίσεχτα
κι η αντοχή
ο μόνος τρόπος επιβίωσης.
 
Τοπίο σχημάτων
Μπερδεύοντας την αυταρέσκεια με την αυτοπεποίθηση
την υστερία με το πάθος, τίποτε δεν κέρδισε
στην επαφή με τους ανθρώπους.
Μιαν επανάληψη μονάχα
τρόπων και λέξεων τελικά φθαρμένων
που απλώς τον ξεγελούσαν πως υπάρχει
πέρα από το ακίνητο τοπίο των σχημάτων του.
 
Όταν μιλούν
Όταν μιλούν στα καφενεία
για έρωτα κι ελευθερία και τέτοια,
πώς να τους πεις για τον ερειπωμένο έρωτα
που αντιστέκεται ακόμα στην απομόνωση,
για τη δικαιοσύνη που φτιάχνεται μες στο χάος
χιλιάδων προσβολών και παραβάσεων,
πώς να τους πεις για λευτεριά που μοναχά κερδίζεται
μεσ’ απ’ το βάθος των αποπνικτικών δεσμωτηρίων
που φυλακίζουν την κάθε ώρα της ζωής μας
 
Μια άποψη
Υποστήριζε
πως μόνο αυτή η απέραντη δυνατότητα γι’ απόφαση
τον έκανε δισταχτικό κι αναποφάσιστο.
Κάθε παράλειψη την τύλιγε η μετάνοια
κι αυτός, στη μέση, υψωνόταν πάνω από τα σύννεφα.
 
Πίσω από το φλούδι των φιλιών
Τόσο πολύ μαστίγωνε την ψυχή της
που τέλος το συνήθισε και το ζητούσε το μαστίγωμα.
Πίστευε πάντα στη δυνατότητα ν’ ανορθωθεί
μα υπήρχαν τόσα σκουλήκια πίσω από το φλούδι των φιλιών,
τόση απόφαση να μην αλλάξει…
 
Οριστική ματαίωση
Κάτι ήθελε να πει ο άνθρωπος εκείνος
κάτι τραύλιζε.
Μα εγώ βιαζόμουν.
Κάτι τραύλιζε ως την πόρτα.
 
Ένας άνθρωπος ήθελε να μου μιλήσει
κι εγώ βιαζόμουν.
 
Τρεις διαστάσεις
Τα φιλιά εγκαταλείπουν έντρομα το σώμα του
νιώθοντας το θάνατος να πλησιάζει
σαν τα κοπάδια τα ποντίκια
που αφήνουνε το πλοίο λίγο πριν βουλιάξει.
 
Με κουρασμένη κίνηση ετοιμοθάνατου
δείχνει απ’ το πρόσωπό του τα φιλιά
που σαν τις μύγες συνωθούνται στα ρουθούνια και το στόμα
που σαν τις μαύρες μύγες μυρίζονται το θάνατο.
 
Τα φιλιά έτσι μπηχτήκαν και ριζώσαν στο κορμί του
που και μετά το θάνατό του
μένουν εκεί και μεγαλώνουν
σαν τα νύχια.
 
Επούλωση
Το θέλεις δεν το θέλεις
κλείσαν με τον καιρό πολλές πληγές.
Και ποιος να δει πώς σέρνονται
βουβά, κάτω από το δέρμα
σαν εσωτερικές αράχνες…
 
Μ’ ανοιχτά χαρτιά
Πολύ δεν τράβηξε ετούτη η κωμωδία;
Μ’ ανοιχτά χαρτιά λοιπόν:
Τη χλεύη σαν δεν την προβλέπω μόνο.
Την προκαλώ.
Μέσα στην άγρια χαρά της αυτοταπείνωσής μου
επιτήδεια προσελκύω τα πέλματα που με ποδοπατούν
κι απ’ τις πληγές που ανοίγω και μ’ ανοίγετε,
που με τα δόντια συντηρώ ανοιχτές,
αντλώ ένα όπιο αναπόδραστο και τοξικό
που με οδηγεί ως το θάνατο χωρίς να με σκοτώνει.
Μονάχα σακατεύοντας
κι εξουθενώνοντας.
 
Εμπόδια
Εκεί που πας να με βρεις ρίχνω ένα καινούργιο φράγμα.
Δεν είναι που δεν θέλω να με βρεις
δεν είναι που θέλω να σε διώξω.
Μόνο που πια πρέπει να δούμε καθαρά
πόσα εμπόδια αντέχουμε να ξεπεράσουμε
για να βρεθούμε.
Πρέπει να ελέγξουμε ως πού τραβάει η δύναμή μας.
Κι έπειτα, μην ξεχνάς ποτέ το ενδεχόμενο
τα φράγματα να μην τα φτιάχνω μόνος μου
μα να υπάρχουν πάνω μου και μέσα μου σα μελανές ουλές
αλλάζοντας το σήμα και το χρώμα μου.
Αυτό το εμπόδιο που είναι ο εαυτός μου
για τον εαυτό μου.
 
Πριν απ’ τη σιωπή
Αυτός ο πάγος που αποδέχθηκα
όλο κι απλώνει
μέσα κι έξω.
Απ’ το γυμνό βουνό μου
πάνω από συνωστισμούς σωμάτων κι αισθημάτων
κερδίζοντας τα σύνολα που θέλησα
βλέποντας μόνο δάση
πάλι πεθαίνω γι’ ένα δένδρο.
Ένα δένδρο… ένα πρόσωπο…
Και πια δεν ξέρω
αν διάλεξα τη μοναξιά
ή αν μου την επιβάλατε.
Καθώς απλώνει ο πάγος
δεν καταδέχομαι
να ζητήσω τη βοήθεια σας.
 
Εξήγηση
Εδώ στη μέση της πλατείας έξαλλος θα κραυγάζω.
Θα ξεσκεπάζω μπρος στα μάτια σας
τα πράγματα που τάχατε δεν ξέρετε
θα ξεδιπλώνω μπρος στα μούτρα σας τη φρίκη
που δήθεν αγνοείτε και τη βαφτίζετε συκοφαντία
νοσηρή φαντασίωση ή μελοδραματισμό.
Δεν καταλαβαίνετε ε;
Δε νιώθετε τη μυρωδιά;
Λοιπόν, όσο κι αν οι υποτακτικοί ψεκάζουνε μ’ αρώματα
όσο κι αν παραλλάζει τη φωνή ο άλλος χώρος
όσο κι αν κάποτε τα μπερδεύω εγώ ο ίδιος
κάτι θα φτάσει τελικά
στον προορισμό του.
 
Δημόσια καταστήματα
Δεν τις αντέχω τις μασέλες που γυαλίζουν
κι αυτό το φλέμα τι το μασάς;
Φτύσ’ το ή κατάπιε το
κύριε Καθηγητά, κύριε Διευθυντά.
«Κύριοι, κύριοι» φώναζε
το παιδί με την κουρεμένη φωνή
«κύριοι σκεφτείτε…»
Λεγεώνες ανέβαιναν και κατέβαιναν αψηφώντας
τις διαβάσεις των πεζών, κανείς δεν ήθελε να σκεφτεί
μια καρέκλα στο παράρτημα Ασφαλείας
μιαν εμαγέ λεκάνη της οδού Καποδιστρίου,
έπειτα όλα αυτά τίποτα δεν κατοχυρώνουν
κι όσο επιμένω πως χλωροφόρμισαν τον ήλιο
ένα δίπλωμα δεν αποκαθιστά την αξιοπιστία μου,
τουλάχιστον να πέρναγαν δυο χέρια ριπολίνη
τα τζάμια του αντιαφροδισιακού ιατρείου…
Διώξτε επιτέλους τούτο το παιδί
κλείστε το σ’ ένα ίδρυμα
έγινε αφόρητο το ξυλοπάπουτσο της γλώσσας του.
Οι ανώτατοι λειτουργοί δεν μπορούν ν’ απασχολούνται
με πυόρροια ή με τριχόπτωση, ενώ οι κατώτεροι
ξέρουν τι κρύβεται κάτω από τσίκλες και τσατσάρες.
 
Φράχτες
Κρύψου
κρύψου πίσω απ’ τους φράχτες
περνούν οι χωροφύλακες
ο κύριος Ανθυπασπιστής φωνάζει
την κόρη του πανδοχέα
κρύψου μες τις μουσμουλιές.
Ποιος είσαι εσύ;
Φουσκωμένα
τα ξεροπόταμα του Μάρτη
η μέρα έγινε πάλι
από βροχή και καραβόπανο.
Ποιος είσαι εσύ
όλη σου τη ζωή κρυμμένος;
Μάρτης γδάρτης
περνούν οι χωροφύλακες.
 
Ομοιοπαθητική
Ομόφυλοι, ετερόφυλοι, πασίφυλοι, γυναίκες
με τα σκέλια ορθάνοιχτα, οι νυχτερίδες
μπαινοβγαίνουν, απόπνοιες άπλυτων φιλιών
ματωμένα μπαμπάκια βιαστικά μαντίλια
μάτια σαν τις πληγές του χειμώνα, γλώσσες
σαρκωματώδεις, σήραγγες αιδοίων, ο ναύτης
με το κεραμιδί πέος, η ελληνικότητα
διαγκωνίζονται κυρίες κι ερμηνευτές
τ’ αρχέτυπα, τ’ αποτριχωτικά, τα κολπικά υγρά
οι σύζυγοι πλαγιοθετούν τους φωτισμούς
στα καφενεία θεραπεύονται ορμονικές ανεπάρκειες
λύνονται προβλήματα ψυχής και σώματος
πέφτουν με κούφιο ήχο οι λέξεις
σα μισογεμισμένα προφυλακτικά
το γκαρσόνι γνωμοδοτεί για ποίηση
βαθμολογεί επιδόσεις παίρνει τα ποσοστά του
φως θαμπό όπως πρόωρη εκσπερμάτωση.
Πράσινοι αφροδισιολόγοι φετινοί ψυχαναλυτές.
 
Παράθυρα
‘Ένα παράθυρο βάνει τις μασέλες του
στραβώνει λίγο το σαγόνι, έπειτα κάνει πως γελάει.
Ένα παράθυρο μπορντέλου, χύνουν πιο πίσω τις λεκάνες
με τ’ αποτσίγαρα, τα μεταχειρισμένα προφυλακτικά.
Δέκα παράθυρα του λαϊκού υπνωτηρίου
αδειάζουν στον τυφλόν αγέρα απόπνοιες κορμιού.
Εκατό παράθυρα νοσοκομείων, άσυλων για τρελούς
παραμονεύοντας το θήραμά τους μες στη νύχτα.
Χίλια παράθυρα της φυλακής ρίχνοντας σκιές σταυρών
τρύπες μιας κρεατομηχανής που αλέθει χρόνια ανθρώπων.
Τραχωματικά παράθυρα χοροδιδασκαλείων
παράθυρα μεθυσμένα με χνώτα κρασιού και μουσικής
που γέρνουν στο δρόμο και ξερνούν.
 
Σ’ αυτή την πόλη τα παράθυρα
με κυνηγούν όπως τα μάτια των χαφιέδων.
 
Ένας άλλος έρωτας
Ένας άλλος έρωτας
δίχως άρωμα αγαπημένης σάρκας
δίχως μνήμη ή όνειρο γυναίκας
έρωτας καταβρωχθιστικός, αδιάλλακτος
με κόκκαλα πεθαμένων μας συντρόφων
με μάτια φαγωμένα από τον πυρετό
μ’ έναν μαύρο άνεμο από τις φυλακές και τα στρατόπεδα
χύνει πάνω στις λέξεις το πυρωμένο μέταλλό του.
 
Έτσι αλλάζουνε σε μέταλλο οι λέξεις
που τόσο δύσκολα μπορείς ν’ αγγίξεις
ή
να πλάσεις.
 
Η σάρκα
Η σάρκα μου
πάντα πονάει στα χτυπήματα
πάντοτε χαίρεται στα χάδια.
Ακόμα τίποτε δεν έμαθε.
 
Αφανές μνημείο
Το χαράκωμα χορτάριασε, έγινε κοπρώνας.
Πάνω από τους νεκρούς μας
εκεί που πέσανε οι πιο γενναίοι
είναι ένα στρώμα τώρα από σκουπίδια,
σπέρματα από αυνανισμούς κι ασέλγειες.
Σαν αφανές μνημείο
που σκέπασε τα καλύτερα μας χρόνια.
 
Κοινωνική κλίμακα
Σειρά οι πουτάνες μπρος στα σπίτια που αγαπήσαμε
με πρόσωπα καταβροχθισμένα από λαμπτήρες
φθορισμού, ασβέστες, κοκκινάδι.
Μια γκαστρωμένη ακουμπάει στον τοίχο
πιο ψηλά ακόμα οι τρύπες απ’ τα βλήμματα
βουβή η κοιλιά της μαύρη σφαίρα
προετοιμάζει την εκδίκηση που δεν υποπτευόμαστε.
Δυο κοντοστέκονται, λένε κάνει καλό κραβάτι,
ψάχνουν, δε φτάνουν τα λεφτά, σφίγγουν
μέσα στις τσέπες το ορθωμένο πέος,
σάπια κρεμμύδια βρώμια κρέατα κλούβια αυγά
μπόχα της αγοράς μικρό περίπολο ταυτότητες.
Μου ’πε ένα φίλος πως στο Σύνταγμα
οι πουτάνες κυκλοφορούν με κούρσες
 
Διαιώνιση του είδους
Για το παιδί που έκανες και καμαρώνεις
ορθώνεσαι σαν αγρίμι  μπρος απ’ τη φωλιά του.
Όλα τα ξέχασες λοιπόν; Κι ο δρόμος μας;
Ή τάχα πια δεν βλέπεις το μαστίγιο
που αιωρείται πάνω από τα κεφάλια μας;
Όχι, αν είναι για μια σπορά να σταματήσουμε,
να φτιάξουμε ένα σπίτι σαν άλλη φυλακή,
να μας εξαγοράσει το ακριβοδίκαιο συζυγικό αιδοίο,
καλύτερα όλα τα χρόνια της ζωής μας
με τα γεννητικά όργανα λιωμένα
μες στις τανάλιες της εξορίας,
καλύτερα τα στόματα να ερειπωθούν
δίχως φιλί δίχως προσφάι
αρθρώνοντας ως το τέλος τις δικές μας λέξεις,
καλύτερα μια πυρκαγιά να μας σαρώσει
και μας και τα μικρονοικοκυριά μας.
 
Ο ύπνος
Ο ύπνος συστρέφεται
κάτω από ρόχαλα κι ιδρώτα.
Αύριο πάλι ποιος ξέρει
τις πόρτες θα χτυπήσω για δουλειά.
 
Η συμφωνία
Φώναξαν, τσακώθηκαν, ρητορέψανε,
τέλος την κλείσανε τη συμφωνία,
ορίστηκαν τα ποσοστά, το κέρδος…
Οι πρησμένες γλώσσες τους
απόμεναν σαν ποντικοί των υπονόμων.
 
Λέω να τελειώνω…
Λέω να τελειώνω εδώ.
Θα ’τανε πιο καλά.
(Για μένα σίγουρα.
Κι ελπίζω για τους άλλους).
Μα δεν μπορώ.
Μεσ’ απ’ τη στάχτη της φωνής μου
ξαναρχίζω!
 

Η ποίηση του Πατρίκιου στηρίζεται στη νηφαλιότητα μιας στοχαστικής και ευαίσθητης ματιάς και στη θέρμη μιας εντυπωσιακής ζωτικότητας: στοχάζεται, υποψιάζεται, αμφιβάλλει, αναθεωρεί εξελίσσεται, δίνει το παρόν στο προσκλητήριο του καιρού της. Κεντρικός άξονας της ποιητικής ανθρωπογνωσίας που αναδύεται μέσα από ένα πολύμορφο εκφραστικό τοπίο, είναι η αναζήτηση της αλήθειας. Εκεί, πλάι στην μελαγχολική διαπίστωση: «κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα/κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες» ο Τίτος Πατρίκιος τοποθετούσε την αντίστιξη: «Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω/ να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή».  Η Ιστορία και η βιογραφία, τα φανερά και τα κρυφά μονοπάτια της μνήμης, οι νεκροί φίλοι και το παρόν που ξεγλιστράει, οι ήχοι και οι σιωπές, η ζωή και η τέχνη, η φθορά του σώματος και η θαλερότητα των συναισθημάτων είναι οι τόποι όπου κατοικούν τα ποιήματα. Ένας πυκνός καμβάς όπου ο συγκρατημένος λυρισμός συνδυάζεται με την τολμηρή εικονοποιία, η δραματικότητα με την ειρωνική ματιά, η αφήγηση με την αλληγορία και το στοχαστικό επίγραμμα, συγκροτεί την ποιητική του Πατρίκιου. Μια ποιητική που κρύβει απροσδόκητες ανατροπές και ασυνήθιστους τόνους. Ο ποιητής ψάχνει για το φως αλλά οι ρίζες του απλώνονται στα σκοτεινά μέρη της σιωπής και της μοναξιάς. Καταφάσκει στο κάλεσμα των αισθήσεων και στην γοητεία των μικρών πραγμάτων διατηρώντας την κριτική του οξυδέρκεια. Ζει μέσα στο τώρα χωρίς αυταπάτες οδηγώντας μας κάποτε στις ανοιχτές πληγές της μνήμης, σε τόπους δακρύων και αίματος, σε μονοπάτια αδιέξοδα, σε σκηνικά εφιαλτικά. Και αν τα γεγονότα αντιστέκονται στη ρητορεία των ιδεολογημάτων και στην αυταρέσκεια των ερμηνευτικών σχημάτων ή ποίηση είναι ακόμα για τον Τίτο Πατρίκιο ένα κλειδί μαγικό, όπως ο ίδιος μας υποδεικνύει στην τελευταία του ποιητική συλλογή: Επισκοπώντας τα πράγματα που έχουν ήδη γίνει η ποίηση ψάχνει για απαντήσεις
σ' ερωτήματα που δεν έχουν ακόμα τεθεί.