Της απουσίας σου το
φρέσκο αγέρι ονειρεύομαι ως δεσπόζουν στο κορμί μου πάνω τα σιωπηλά σου χέρια
[Το να μνημονεύεις την
Τζόυς Μανσούρ σε ένα πανόραμα σχετικό με τον έρωτα είναι σαν να μνημονεύεις
έναν από τους κύκλους της κόλασης. Η Μανσούρ εκφράζεται με μια αλλόκοτη
ελευθερία που αναπηδά μια κι έξω από τα ποιήματα και τα διηγήματά της τα
διαποτισμένα μ’ έναν ερεβώδη και κραυγαλέο ερωτισμό διαβρωμένο απ’ το χιούμορ]
Δεν την ξέρω την
κόλαση
μ’ αφόταν γεννήθηκα
το κορμί μου καίγεται
το μίσος μου κανένας
διάβολος δεν συνδαυλίζει
σάτυρος κανένας δεν
με κυνηγά
όμως ο λόγος μου μες
στα χείλια μου αλλάζει σε σαράκι
το εφηβαίο μου στη βροχή ευαίσθητο πολύ
ακίνητο σαν μαλάκιο ξεφυσάει μουσική
στο τηλέφωνο
γαντζώνεται
και κλαίει
το ψοφίμι μου
τσαντίζεται άθελά μου
με το γηραλέο πέος
σου το εξωσμένο
που κοιμάται.
Ονειρεύομαι τα
σιωπηλά σου χέρια
που πάνω στα κύματα
ουριοδρομούνε
τραχιά ιδιότροπα
τυραννικά ως
δεσπόζουν στο κορμί μου επάνω
μαραίνομαι
ανατριχιάζω
ο νους μου πάει στους
αστακούς
ακόρεστες οι
περιστρεφόμενες αντένες
ξένουν το σπέρμα των
ναρκωμένων
καραβιώνε
τ’ απλώνουν ύστερα
στις κορυφο-
γραμμές επάνω, στον
ορίζοντα
κορυφογραμμές οκνές
πασπαλισμένες
με ψαρίσια σκόνη
εκεί που όλες τις
νύχτες παπαδοκορδώνονται
μπουκωμένο στόμα
χέρια σκεπαστά
θαλάσσιος υπνοβάτης
με φεγγάρι
αλατισμένη.
Τα χέρια σου κορφολογούσανε
μες στο ξεσκέπαστό μου στήθος
στρουφουλιάζοντας ξανθένιες μπούκλες
τρυγώντας ρόγες
κάνοντας τις φλέβες μου να τρίζουν
πήζοντας μου το αίμα
μέσα στο στόμα μου η γλώσσα σου
χόντραινε από μίσος
το χέρι σου σημάδευε με ηδονή το μάγουλό μου
πάνω στη ράχη μου τα δόντια σου
γράφανε βλαστήμιες
ανάμεσα στις κνήμες μου έσταζε
των οστών μου το μεδούλι
κι έτρεχε το αυτοκίνητο στον αλαζόνα
δρόμο
περνώντας πάτησε την οικογένειά μου
Η μέλισσα που τον
καιρό της χάνει
σε ανθόν επάνω
συσπασμένη
ο μαύρος άνδρας με
άψητες μασχάλες
που κρύβει το κεφάλι
του μέσα στα χέρια
και που μέσα στη σκιά
της σκιάς βαδίζει
της σκιάς της σκιάς
το χέρι σου που
σέρνεται στο σεντόνι σάμπως
λεκές από λίπος
το χέρι σου που πια
δεν θέλει σηκωθεί
όλα τα χαμένα τούτα
τα σπα-
ταλεημένα τα θρηνώδη
σαν τη νύστα εκείνου
που την αυγή θε να
πεθάνει και το ξέρει
της καρδιάς μου το
υνί μέσα στο βάλτο
το αόρατό του ανοίγει
αυλάκι
πάνω στις φτέρνες της
η νύχτα τρέμει
θεέ πόσο φοβάμαι.
Κάνεις γκριμάτσες και
μαδιέται η
καρδιά μου
μιλώ με τη μύτη
λύνονται τα μαλλιά
μου
γελάς
ανοίγεις το στόμα
αλαφρωμένο κι άδειο
σαν μια λεχώνα
πηδώ στην αγκαλιά σου
μια κουστωδία χωρατά
μπροβαίνει ξάφνου
το κρεβάτι μου
βουλιάζει μέσα στη νύχτα
τα φουστάνια μου
πέφτουν
γελάς.
Ξέχασέ με
ν’ ανασάνουνε τα
σπλάχνα μου
της απουσίας σου το
φρέσκο αγέρι
να μπορούνε να
βαδίζουνε οι κνήμες μου
δίχως ν’ αναζητούν τη
σκιά σου
να γίνει η όρασή μου
όραμα
να ξαποστάσει η ζωή
μου
ξέχασέ με θε μου να
με θυμάμαι.
Άσε με να σ’ αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’ το
παχύ σου αίμα
μέσα στο δίχως δόντια
στόμα μου
η πυράδα του μου
καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’ αρέσει να χαϊδεύω
τις μασχάλες σου
περίρυτες από χαρά
άσε με να σ’ αγαπώ
άσε με να γλείφω τα
κλειστά σου μάτια
άσε με να τρυπήσω με
τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να
γεμίσω σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.
Των χεριών σου οι
τυφλές μηχανουργίες
μέσα στους κόλπους
μου τους ανατριχιασμένους
της παραλυμένης
γλώσσας σου οι αργές κινήσεις
μέσα στα παθητικά
αυτιά μου
η ομορφιά μου όλη
μέσα στα δίχως
κόρες μάτια σου
πνιγμένη
μέσα στην κοιλιά σου
ο θάνατος
που το μυαλό μου
τρώει
όλα ετούτα μιαν
αλλόκοτη με κάνουν κόρη.
Μην τρώτε τα παιδιά
των άλλων
γιατί θα σάπιζεν η
σάρκα τους
μες στα γαρνιρισμένα
στόματά σας
μην τρώτε του
καλοκαιριού τα κόκκινα λουλούδια
γιατί ο χυμός τους
είναι παιδιών εσταυρωμένων αίμα
μην τρώτε των μαύρων
φτωχών καρβέλι
γιατί είναι ζυμωμένο
με τα ξυνά τους δάκρυα
και ρίζα θα ’πιανε
στα μακρουλά κορμιά σας
μην τρώτε να
πεθάνουνε να ξεραθούνε
τα κορμιά σας
στρώνοντας το
φθινόπωρο στην πενθούσα γη
επάνω.
Το κενό στο κεφάλι
μου επάνω
μέσα στο στόμα μου ο
ίλιγγος
κι εσύ στη ράχη μου
πάνω στη στέγη γάτος
που ένα μάτι
μασουλάει γλυκερό
μάτι προσκυνητή που
το θεό του
αναζητάει.
Η σκιά σου χωρίς
στόμα
χωρίς πόρτα η κάμαρή
σου
τα μάτια σου χωρίς
βλέμμα
χωρίς έλεος χωρίς
χρώμα
οι πατημασιές σου
πάνε
χωρίς ν’ αφήνουνε
αχνάρια
προς ένα φως από
φωνές
ασίγαστες, που είναι
η κόλασή μου.
Μέσα στο κόκκινο
βελούδο της κοιλιάς σου
στων μυστικών κραυγών
σου μέσα το μαυράδι
έχω εισδύσει
κι η γη χορεύοντας
τραγουδώντας αιωρείται
κόκκινη απ’ τα
σπλάχνα σου η γη
από το δηλητήριο
δαγκωμένα
το αίμα ένας δαίμονας
τυφλός
των νυχτών σου
ποταμός αόμματος
ροκανίζει τις
αστάθειές σου
το κάψιμο απ’ τους
εμπαιγμούς σου
μέσα στο κόκκινο του
θανάτου σου
ατλάζι
μες στον τρισκότεινο
διάδρομο των
ομματιών σου μπήκα
κι η γη χορεύει
τραγουδά αιωρείται
και ξεβιδώνεται από
αγαλλίαση η κεφαλή μου.
Γυμνή θέλω να δειχτώ
στα ωδικά σου μάτια
θέλω να με δεις να
ουρλιάζω από ηδονή
που τα λυγισμένα κάτω
από μεγάλο βάρος μέλη μου
σε ανόσιες σε
σπρώχνουν πράξεις
που τα ίσια μαλλιά
της ασημένης κεφαλής μου
μπλέκονται στα νύχια
σου
απʼ την παραφορά καμπυλωμένα
που τυφλός κρατιέσαι
ορθός κι αφοσιωμένος
ξανοίγοντας από του
μαδημένου μου κορμιού το ύψος.
Το κορμί σου ισχνό
ανάμεσα στα σατινένια μου σεντόνια…
Πυρετός, το αιδοίο σου ένας κάβουρας
Πυρετός, οι γάτες που τρέφονται απʼ τα θαλερά βυζιά σου
Πυρετός η βιάση απʼ των νεφρών σου τα σαλέματα.
Των κανίβαλων βλεννών σου η λαιμαργία,
το σφίξιμο από τα λούκια σου που σκιρτούνε κι απαιτούνε
μου ξεσχίζουν τα πέτσινα δάχτυλα
μου ξεριζώνουν τα πιστόνια.
Πυρετός, σφουγγάρι ψόφιο απʼ την παραλυσία πρησμένο
πιλαλάει το στόμα μου στο μάκρος της γραμμής
του ορίζοντά σου
σε θάλασσα φρενίτιδας άφοβος ταξιδιώτης…
Είναι νύχτα
κι η γαλήνια γρατσουνιά όπου πεθαίνει το κενό λαχανιασμένο
δέρνεται παλεύει ανοίγεται και κουλουριάζεται ηδονικά
πάνω στο αργοσάλευτο πέος του εξερευνητή Νώε.
[απόσπάσατα από τα ΕΡΩΤΙΚΑ της Τζόυς Μανσούρ σε μετάφραση Έκτορα
Κακναβάτου, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΙΜΕΝΑ 1978: Σʼ αρέσει να πέφτεις στο ξεστρωμένο μας κρεβάτι, οι παλιοί
ιδρώτες μας δεν σʼ αηδιάζουν τα λερωμένα, από ξεχασμένα όνειρα, σεντόνια μας, οι
κραυγές μας που στο σκοτεινό δωμάτιο αντηχούνε! Όλα ετούτα ξεσηκώνουνε το
αχόρταγο κορμί σου, το άσχημό σου πρόσωπο επιτέλους λάμπει που οι χτεσινοί μας
πόθοι είναι όνειρα αυριανά σου! Η ανάσα σου μέσα στο στόμα μου τα ξερά σου
χέρια τα νύχια σου τα σουβλερά δεν αφήνουνε ποτέ το κρεμεζί λαρύγγι μου κρεμεζί
απʼ την
ντροπή την ηδονή τη γλύκα τα μελανιασμένα χείλια σου βυζαίνουνε το αίμα μου κι
οι στιλβωμένες σάρκες μου θα σε ξεσηκώνουν πάντα ενώ τα μάτια μου θα μένουνε
κλεισμένα. Πόσοι έρωτες έκαναν να κραυγάζει το κρεβάτι…